Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015

Η Τρόϊκα που έφυγε...

Φύση, αυτή η τροκράτης…
ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΛΗΓΕΣ ΤΗΣ Β. ΕΥΒΟΙΑΣ ΤΟΝ 19Ο ΑΙΩΝΑ:
ΑΚΡΙΔΕΣ-ΑΡΟΥΡΑΙΟΙ-ΛΥΚΟΙ




                                                         Δρ. Παλάντζας Γιάννης
                                                      Λίμνη 6-2-2015  μ.Χ

Αμέσως μετά την ανεξαρτητοποίησή του το Ελληνικό Κράτος έπρεπε να ανταποκριθεί στη διευθέτηση μιας σειράς προβλημάτων, προκειμένου να ισχυροποιήσει την ίδρυσή του και να δημιουργήσει τις δομές εκείνες που θα του επέτρεπαν να αναπτυχθεί στο μέλλον. Μεγάλες προκλήσεις στέκονταν εμπόδια σε αυτή την πορεία, μεταξύ αυτών και η ανάπτυξη της περιφέρειας, η εδραίωση ενός κλίματος ασφάλειας και εμπιστοσύνης μεταξύ
των κατοίκων της κ.ά. Όσο και αν φαίνεται υπερβολικό υπήρχαν κάποιοι που αντιστρατεύονταν αυτές τις επιδιώξεις και η παρουσία τους, ιδιαίτερα σε αγροτικές περιοχές, δημιουργούσαν συνθήκες εκφοβισμού στους τοπικούς πληθυσμούς. Αναφερόμαστε στις ακρίδες, στους αρουραίους και στους λύκους, σε μια δηλαδή αυτοτροφοδοτούμενη διατροφική πυραμίδα η οποία εκφόβιζε τους πληθυσμούς της χώρας και η αντιμετώπισή της απασχόλησε τον Κρατικό Μηχανισμό για αρκετές δεκαετίες, μέχρι και σχετικά πρόσφατα.
 Η ιδιαιτερότητα του θέματος είναι σημαντική, αφού αναφέρεται σε μια χαμένη «Οικολογία του Τρόμου», η οποία ήταν, βέβαια, απειλητική για τις κοινωνίες οι οποίες την αντιμετώπισαν, αλλά, τελικά, τα θύματα έγιναν θύτες, επιβεβαιώνοντας την επιθετική στάση του ανθρώπου απέναντι στη Φύση, η οποία έχει λάβει σήμερα εκρηκτικές διαστάσεις. Για τη Λίμνη αυτή «η Οικολογία του Τρόμου» είναι πολύ παλιά και ανάγεται στα Ελληνιστικά χρόνια, όταν, σύμφωνα με αναφορά του Ηρακλείδη του Ποντικού, οι κάτοικοι του αρχαίου «Ειλυμνίου» εγκατέλειψαν την πόλη τους, εξαιτίας του πλήθους των ποντικών, οι οποίοι καταβρόχθιζαν τα πάντα ακόμα και τον ίδιο το σίδηρο και ίδρυσαν στη Χαλκιδική, στην Χερσόνησο του Άθω, την πόλη Κλεωνές. Άλλες τέτοιες συγκλονιστικές αναφορές δεν εντοπίζονται, αλλά δεν σημαίνει ότι, επειδή αυτές εκλείπουν, παρόμοια περιστατικά δεν σημειώθηκαν στους μετέπειτα αιώνες, μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. Τα στοιχεία που παρατίθενται στη συνέχεια είναι όντως εντυπωσιακά και αντλούνται από έγγραφα του Ιστορικού Αρχείου Λίμνης (Παράρτημα των Γ.Α.Κ.).
Οι  Βιβλικές αναφορές των ακρίδων είναι γνωστές, όπως και η αναγόρευσή τους σαν όγδοη κατάρα του Φαραώ. Η καταστροφική ισχύ τους ήταν τεράστια, όταν ξαφνικά για βιολογικούς λόγους, που ακόμα η επιστήμη ερευνά, το μοναχικό ζωύφιο αφήνει τη μοναχική ζωή και σχηματίζει σμήνη δισεκατομμυρίων.
 Όταν αυτό προκύψει, δεν υπάρχει φυσικό εμπόδιο να τις περιορίσει και η ακόρεστη διατροφική τους βουλιμία μπορεί να καταβροχθίσει εκατομμύρια τόνους βλάστησης από την περιοχή από την οποία διέρχονται. Ο ήχος των σμηνών τρομοκρατούσαν τους ανθρώπινους πληθυσμούς και μια αρκετά καλή προσομοίωση, είναι αυτή του ήχου των «βουβουζελών» του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος Ποδοσφαίρου στη Ν. Αφρική.
            Για την αντιμετώπισή τους η Βασιλευόμενη τότε Ελλάδα χρησιμοποίησε ένα είδος πολιτικής επιστράτευσης, σύσταση Εθνοφρουράς, κινητοποίηση Δήμων και Δημοσίων Υπηρεσιών, Νεολαιών, Σχολείων ακόμα και η επίκληση του Θεού, με λιτανείες εικόνων, θεωρήθηκε θεμιτή για την αντιμετώπιση της μάστιγας. Ασβέστης, αργό πετρέλαιο, φλογοβόλα, αρσενικομελασσούχα δολώματα χρησιμοποιήθηκαν σαν ανασχετικός μηχανισμός. Ενώ για τους αρουραίους, η χρήση της στριχνοσίκαλης και των στριχνόσιτων, αποδείχτηκαν πιο αποτελεσματικά στα ωφέλιμα ζωικά είδη και στους ίδιους τους χρήστες.  
             Η πρώτη αναφορά του θέματος των ακρίδων επισημαίνεται, όταν το 1842 o Διοικητής της Εύβοιας, του Ελληνικού Βασιλείου, σε έγγραφό[1] του προς τους Δημάρχους της Επικράτειας επισημαίνει: «[…ότι όλοι οι δημότες τους πρέπει να εξέρχονται προς καταδίωξη της ακρίδας, μέχρι την τέλεια εξολόθρευσή της. Σε περίπτωση άρνησης κάποιου, προσδιοριζόταν ο αντικαταστάτης του, του οποίου την αμοιβή κάλυπτε ο ίδιος…]». Ταυτόχρονα δίνονταν οι ακόλουθες οδηγίες: «[…όπου ανεφάνησαν νεογνά ακριδών πρέπει αμέσως να γίνεται ανασκαφή ή να ανατρέπεται η γη και πάνω της να ρίχνεται ασβέστης. Όπου οι ακρίδες δεν έχουν κάνει ακόμα φτερά, αλλά έχουν αυξηθεί υπερβολικά και αρχίζουν να αναπηδούν και να βλάπτουν πρέπει να διώκονται και να συσσωρεύονται σε φραγμούς και άλλα κατάλληλα μέρη. Εάν η εξάπλωση της είναι καθολική, πρέπει να συλλαμβάνονται με σεντόνια ή άλλα φαρδιά υφάσματα και να ρίχνονται μέσα σε τσουβάλια και ακολούθως να εμβαπτίζονται σε βραστό νερό και όπου αυτό δεν είναι δυνατό να ενταφιάζονται σε μεγάλους λάκκους, οι οποίοι μετά να επικαλύπτονται με ασβέστη. Η Προϊστάμενη Αρχή υπογράμμιζε στο τέλος ότι προβλέπονταν πειθαρχική δίωξη σε περίπτωση αθέτησης των οδηγιών της». 
 Προς ενδυνάμωση της συμμετοχής των πολιτών κινητοποιείται[2] και η χωροφυλακή, στην οποία συστήνεται να μη κάνει την παραμικρή χρήση της εκτελεστικής της δύναμης, αλλά να παρίσταται απλώς ως φόβητρο. Παρόλα αυτά ο Δήμαρχος Αιγαίων φαίνεται να μην λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις διαταγές, αφού και οι ζημιές στην περιοχή ήταν μικρές, και για αυτό επιπλήττεται[3] σφοδρά[4] από το Νομάρχη Εύβοιας το 1842. Η αντίδραση της Αρχής έφερε αποτέλεσμα, αφού μετά από μερικούς μήνες, σε άλλο έγγραφο[5] επαινείται ο Δήμαρχος Αιγαίων Γ. Μ (Β)πογιατζής, και οι κάτοικοι της πόλης για την αξιέπαινη διαγωγή τους στην καταδίωξη της ακρίδας.
Το 1850 το ποσό των συλλαμβανόμενων ακρίδων ορίζεται[6] στις 5 οκάδες ανά οικογένεια και οργανώνονται καλύτερα οι εξορμήσεις εξόντωσης με τη χρήση εκλογικών καταλόγων. Οι νέες εγκύκλιοι[7] γίνονται αυστηρότερες και πιο εξειδικευμένες, αφού η εξάπλωση των ακρίδων ήταν πλέον ανεξέλεγκτη. Οι νέες συνθήκες καθιστούν αναγκαία και τη συγκρότηση Εθνοφυλακής[8] κατά αναλογία του πληθυσμού των Δήμων του Νομού, αφού και η συνεισφορά στρατιωτικών αποσπασμάτων του ΙΙΙ τάγματος της Οροφυλακής δεν επαρκούσε. Επίσης[9], διευρύνεται η ηλικία των υπόχρεων συμμετοχής στην καταδίωξη από 18 μέχρι τα 60 ετών, προσδιορίζεται προκαταβολικώς ημερήσια αντιμισθία 2 δραχμών για τους αρνούμενους την καταδίωξη και χρηματικό 3 δραχμών στον πρώτον «ανακαλύπτων και καταδεικνύον». Αργότερα (1864), το ποσό των συλλεγμένων ακρίδων από τους υπόχρεους καταδίωξης προσδιορίστηκε[10] στην 1 οκά ανά ημέρα και σε 3, όταν αναπτυχθεί και πτερωθεί. Αυτό ίσχυε μέχρι τέλος Απριλίου, μετά η προβλεπομένη ποσότητα διπλασιαζόταν.
Για καλύτερη ενημέρωση των ενδιαφερομένων από το 1867 αρχίζει και η διάθεση από τη Νομαρχία μεταφρασμένων πραγματειών «περί ακρίδος», έναντι του ποσού των 5 δραχμών. Πρώτος «παραγγέλων»[11] στην περιοχή ο μεγαλογαιοκτήμονας Ν.Σ. Παπαδόπουλος.
Ωστόσο, πέρα από τη λήψη των κοσμικών μέτρων κρίθηκε αναγκαία και η συνεπικουρία και του θείου. Η τακτική αυτή της επίκλησης των Αγίων ή της λιτάνευσης Ιερών Εικόνων, προς εξάλειψη του φθοροποιού ζιζανίου της ακρίδος, είναι πολύ παλιά και ανάγεται από την εποχή του Οσίου Δαυίδ. Έτσι προκρίνεται η λιτάνευση της θαυματουργού εικόνας της Ευαγγελιστρίας, η οποία είχε ήδη προηγηθεί στην Ιστιαία και στην Αιδηψό.[12]
Το 1865 επειδή και φυσικές θεομηνίες προκάλεσαν μεγάλες ζημιές στην παραγωγή, δίνονται αυστηρές οδηγίες τήρησης των προβλεπομένων από τη Β.Δ. 16/28 Μαΐου 1842 και την, υπ. αριθ. 71/7 Ιουλίου 1853, Εγκύκλιο του Υπουργείου των Εσωτερικών και της χρήσης Εκλογικών Καταλόγων στην κατάρτιση των συνεργείων εξόντωσης, έτσι, ώστε ουδείς να διαφεύγει της αγγαρείας[13].
Το 1893 στην καταπολέμηση της ακρίδος αρχίζει η χρήση του αργού πετρελαίου και σάπωνος, το οποίο προμηθεύονταν, κατόπιν παραγγελίας, από την Κεντρική Αποθήκη στον Πειραιά[14] και αργότερα από τη Στυλίδα[15]. Παράλληλα, οι ιδιοκτήτες των χωρίων (τσιφλικίων) υποχρεούνταν στην καταβολή στο Δημόσιο Ταμείο του μισού τιμήματος τόσων ημερομισθίων, όσοι είναι οι «επίμορτοι» καλλιεργητές και οι άλλοι υπόχρεοι προς καταδίωξη της ακρίδος[16].
Το 1926 εμφανίζεται και το πρόβλημα των αρουραίων, όπως προκύπτει από απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου[17] Λίμνης για εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου 512 «περί καταπολεμήσεως ακρίδων και αρουραίων και καταβολής των προβλεπόμενων αποζημιώσεων». Άριστο μέσο καταπολέμησης τους ήταν η στρυχνοβρώμη, η οποία ήταν πιο αποτελεσματική το χειμώνα. Υπεύθυνος για την διάθεση της ήταν ο Νομάρχης, ο οποίος φρόντιζε να προμηθεύει τους ενδιαφερόμενους με τις προβλεπόμενες ποσότητες από την Αποθήκη Φυτοπαθολογίας του Νομού[18].
Από το 1928 στην καταπολέμηση των ακρίδων αρχίζουν να χρησιμοποιούνται φλογοβόλα[19] και νέα υλικά[20], όπως αρσενικώδες νάτριο, μελάσσα για κατασκευή αρσενικομελασσούχων δολωμάτων, και αλάτι τα οποία έπρεπε να φυλάσσονται σε αποθήκη, την οποία θα έπρεπε να εξασφαλίζουν οι Τοπικές Αρχές. Μάλιστα, υποδεικνυόταν ότι το πάτωμά της έπρεπε να είναι στρωμένο με τσιμέντο ή με άλλη αδιάβροχή ύλη[21]. Την επόμενη χρονιά η εμφάνιση των ακρίδων είναι περισσότερο από ποτέ απειλητική. Έτσι, σε επείγον τηλεγράφημα[22] του Νομάρχη Καναβού δίνονται οδηγίες για πολιτική επιστράτευση αρρένων και θηλέων από το 18ο έως και το 60ό έτος ηλικίας, από τις αρχές έως τέλη Ιουνίου, και ορίζεται η ανά τριήμερο εξόρμηση τους και στα πιο απόμερα μέρη. Η υποχρεωτική εργασία[23] λογίζεται η οκτάωρος, δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 10 ημέρες ανά έτος και εξαιρούνται οι γυναίκες, οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι κληρικοί, οι υπηρετούντες στο Στρατό, οι υπερβαίνοντες το 60ό έτος και οι σωματικώς και διανοητικώς ανίκανοι για εργασία.  Σε περίπτωση αδυναμίας συμμετοχής κάποιου ορίζεται «αντισήκωμα» 70 δρχ. για άντρα και 35 για γυναίκα και για τις δυστροπίες των πολιτών επιλαμβάνεται το τοπικό στρατοδικείο. Δίνονται, επίσης, οδηγίες σήμανσης των περιοχών, όπου χρησιμοποιούνται δηλητηριασμένα δολώματα και χορηγούνται και παρτίδες αντιδότων. Στην γενικότερη κινητοποίηση ενεργοποιούνται και τα τμήματα Ε.Ο.Ν., δηλαδή της Εθνικής Οργάνωσης Νεολαίας του δικτάτορα Μεταξά[24]. Μετά την παρέλευση της κρίσιμης περιόδου πολλά από τα υλικά που ήταν αποθηκευμένα έβγαιναν προ πώληση σε διαδικασία πλειστηριασμού[25].
Το 1931 η Νομαρχία Ευβοίας κοινοποιεί εγκύκλιο[26] προς καταστροφή των εμφανισθέντων εις την περιφερείαν αρουραίων: «…με ένα κουταλάκι του γλυκού ρίπτεται ολίγους κόκκους από το δηλητηριασμένο δόλωμα (στρυχνοσίκαλη) σε κάθε οπή, η οποία παρουσιάζεται εις τους αγρούς τους προσβεβλημένους από αρουραίους. Αργότερα[27] τους επισημαίνεται ότι πρέπει να τοποθετούν στρυχνόσιτο μόνο εντός προσφάτων οπών προσφάτως ανοιχθησών και ουχί εντός στοών ασπαλάκων οποίων καταπολέμησις ανέφικτος. Κατόπιν φράσσεται η οπή με ένα κτύπημα του υποδήματος, ώστε οι εντός της υπογείου στοάς εγκεκλεισμένοι αρουραίοι θα φάγωσιν και θα ψοφήσουν. Προσοχήν, όμως, να μη μένουν σπόροι του δολώματος έξω της οπής και προξενήσουν δηλητηριάσεις εις την κτηνοτροφίαν και τα πουλερικά. Επίσης, να μη χρησιμοποιείται το χέρι κατά την διασποράν του δολώματος, διότι υπάρχει κίνδυνος δηλητηριάσεως, αλλά πάντοτε ένα κουταλάκι, αλλά και αν γίνει κατά λάθος επαφή να πλυθή αμέσως το χέρι με σάπωνα». Το πρόβλημα με την καταπολέμηση των αρουραίων φαίνεται να απασχολεί τις αρχές μέχρι και το 1938.[28]
 Το 1932 τη γενική διεύθυνση της καταπολέμησης των ακρίδων ανατίθεται στον οικείο Προϊστάμενο της Γεωργικής Υπηρεσίας[29]. Το 1948 οι πληγέντες από τα στοιχεία της φύσης πλήττονται και από την έλευση ανταρτών και η περιοχή χαρακτηρίζεται ανταρτόπληκτη. Παρά τη δυσάρεστη πολιτική κατάσταση ο πόλεμος κατά της ακρίδας συνεχιζόταν αμείωτος[30] και τις επόμενες δεκαετίες με τη χρήση μιας νέας γενιάς πιτυριούχων δολωμάτων, τα οποία διαβρέχονταν με εξαχλωριούχο βενζόλιο. Τελικά, από το 1991 απαγορεύτηκε η χρήση δηλητηριασμένων δολωμάτων για γενική χρήση, ίσως, επειδή εκτιμήθηκε ότι από τη γενικευμένη χρήση τους οι παράπλευρες απώλειες για τα οικοσυστήματα ήταν τεράστιες και, ίσως, επειδή θεωρήθηκε ότι ο κίνδυνος έχει περάσει. Όμως, πρόσφατες αναφορές από την Αυστραλία και τη Βόρεια Αφρική προειδοποιούν για την επανάκαμψη του εφιάλτη.
            Στην Ελλάδα οι λύκοι[31], που μέχρι το 1929 απλώνονταν σε ολόκληρη την Ελλάδα μέχρι και την Αττική, σήμερα κινδυνεύουν να χαθούν, αφού σε ολόκληρη τη χώρα με δυσκολία ξεπερνούν τους 500. Βέβαια, σήμερα έχει χαρακτηριστεί προστατευόμενο είδος, αλλά, κατά καιρούς, κάποιες μη διασταυρωμένες επιθέσεις που καταγράφηκαν σε ποίμνια στην ελληνική επαρχία οδήγησαν τις αρμόδιες αρχές σε επανασύσταση των μεθόδων δίωξης του ζώου και εξόντωσής του. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των καταγγελιών που έγιναν, το χειμώνα του 1994, στην περιοχή της ορεινής Ελασσόνας, όπου η εξόντωση των λύκων αποτράπηκε από την παρέμβαση ενός τοπικού οικολογικού συλλόγου[32]
Aναφορικά με την Εύβοια προξενεί εντύπωση το γεγονός ότι αποδεδειγμένα στην επικράτειά της δρούσαν σημαντικοί πληθυσμοί λύκων, οι οποίοι εξολοθρεύτηκαν σχετικά πρόσφατα (1880). Το θέμα γίνεται πιο ενδιαφέρον, αφού το είδος δεν επισημαίνεται σε κανένα νησί του Αιγαιακού χώρου. Βέβαια, το γεγονός της γειτονίας της με την απέναντι ηπειρωτική ακτή δικαιολογεί την εμφάνιση του είδους στην περιοχή, αλλά αυτή θα πρέπει να έχει γίνει σε ένα πολύ απομακρυσμένο γεωλογικό χρόνο, πριν η Εύβοια αυτoνομηθεί γεωλογικά από τη Στερεά Ελλάδα και πριν εποικιστεί από την ανθρώπινη παρουσία.
             Έτσι από τη στιγμή που στον πορθμό του Ευρίπου θα αναπτύσσεται σταδιακά το πόλισμα της Χαλκίδας, η δίοδος επικοινωνίας των ντόπιων πληθυσμών των λύκων με αυτούς του ηπειρωτικού κορμού διακόπτεται. Η απομόνωση που επακολούθησε, πιθανόν, οδήγησε σε πλήρη διασπορά των εγκλωβισμένων ατόμων σε όλη την έκταση του νησιού, όπου το είδος αναγκάστηκε να δώσει την μάχη της επιβίωσής του, ίσως, και μετεξελισσόμενο σε ένα νέο υποείδος, σαφέστερα πιο μικρόσωμο του αρχικού.
            Καμία, βέβαια, έρευνα δεν έχει γίνει στην κατεύθυνση αυτή και οι υποθέσεις μας, πιθανότατα, δεν ευσταθούν. Αυτό, όμως, που επιβεβαιώνεται είναι η παρουσία του λύκου στη Β. Εύβοια και σε όλη τη διάρκεια του 19ου  αιώνα. Στοιχεία αντλούμε από έγγραφα του παραρτήματος των Γενικών Αρχείων του Κράτους που εδρεύει στην έδρα του Δήμου Ελυμνίων, τη Λίμνη.
            Αναφερόμαστε στους λύκους και στην καταστροφική δράση τους στα ποίμνια των Ελλήνων κτηνοτρόφων. Πληθώρα αναφορών έρχονταν τότε σε γνώση της κρατικής διοίκησης, η οποία ανέθετε την αντιμετώπιση του προβλήματος στους εκάστοτε διοικητές των επαρχιών της χώρας.
            Το πρόβλημα πρέπει να έλαβε διαστάσεις στο νησί της Εύβοιας, αφού, στις 29 Ιανουαρίου 1843, ο Διοικητής της, σε αναφορά[33] του προς τους Δημάρχους του νησιού, τους επιπλήττει για την μέχρι τότε απραξία τους στην αντιμετώπιση του θέματος, παρόλη την ύπαρξη πολλών κρουσμάτων επίθεσης από τα «ζωοφθόρα θηρία». Παράλληλα, τους υποδείκνυε να προβούν στην οργάνωση αποσπασμάτων εξόντωσης των λύκων, να ηγούνται προσωπικά στις εξορμήσεις, που θα επιχειρούνταν, στη διάρκεια εορτών ή αργιών και να προχωρήσουν στην επικήρυξή τους με χρηματική αμοιβή.
            Το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Αιγαίων (αργότερα Δήμος Ελυμνίων και σημερινός Δήμος Μαντουδίου-Λίμνης-Αγίας Άννας) ανταποκρινόμενο τάχιστα, στις 7 Φεβρουαρίου 1843, σε συνεδρίασή[34] του επικρότησε τις συστάσεις του Διοικητή του νησιού και προσδιόρισε, ως αμοιβή για την εξόντωση των λύκων, τις δέκα δραχμές για κάθε ενήλικο άτομο και τις δύο δραχμές για κάθε λυκόπουλο.
Οι παραινέσεις της εποπτεύουσας αρχής ήταν διαρκείς στη διάρκεια του ίδιου μήνα, αφού το θέμα φαίνεται να απασχολούσε και την ίδια την Κυβέρνηση και την «Α. Μεγαλειότητα»[35]. Η γνώσεις που είχαν εκταμιευθεί γύρω από τη βιολογία του ζώου καθιστούσε αναγκαία τη συνεχή καταδίωξή του, για να αποτραπεί ο πολλαπλασιασμός του.     
Στις 5 Μαρτίου 1843 ήρθε και η πρώτη επιτυχία. Ο Δήμαρχος Αιγαίων πληροφορούσε[36] τη Διοίκηση Εύβοιας ότι: «Μετά την δημοσίευσιν της περί φονεύσεως των λύκων διακηρύξεώς σας ής συνδημότης μας, εκ του χωρίου Κουρκουλών ονόματι Αποστ. Αγιασοφίτης συνέλαβεν δια των θειμένων δοκάνων έναν μέγαν αρσενικόν Λύκον, και παρουσιάσας το δέρμα αυτού προς ημάς έλαβεν την αμοιβήν δραχμάς δέκα». 
Το περιστατικό αυτό λειτούργησε καταλυτικά, αφού, σε νεότερη διαταγή[37] του, ο Διοικητής της Εύβοιας, στις 7 Μαρτίου 1843, πρότεινε την κλιμάκωση των λαμβανομένων μέτρων και τη συστράτευση όλων των κατοίκων, από την ηλικία των 25 έως 50 χρόνων. Στους συμμετέχοντες, στα συνεργεία εξόντωσης των λύκων, παρεχόταν η δυνατότητα να φέρουν και οπλισμό, όμως ήταν ευθύνη του Δημάρχου να ελέγχει την απόθεσή του, για την αποφυγή καταχρήσεων, μετά το πέρας της δίωξης. Ο τελευταίος έπρεπε, μετά την παρέλευση δεκαήμερου, να ενημερώσει την εποπτεύουσα αρχή σχετικά με την αποτελεσματικότητα των ενεργειών του. Σημειώνουμε ότι στην οργάνωση των συνεργείων δίωξης ζητήθηκε και η συνδρομή του Ενωμοτάρχη της πόλης με την προσωπική του παρουσία ή με την παραχώρηση δύο ένοπλων χωροφυλάκων.[38]
Στις 1 Ιουνίου 1843 καταγράφεται η παράδοση[39] και άλλων λυκόπουλων: «ειδοποιούμεν την Β. Διοίκησιν Ευβοίας, ότι ης συνδημότης μας εκ της κωμοπόλεως Λίμνης, ονόματι Ιω. Πασάς εσύλαβεν δύο μικρά Λυκόπουλα μέχρι τριών μηνών και παρουσιάσας αυτά σήμερον παρ’ ημάς ζωντανά, έλαβε την αμοιβήν των δρχ. δύο δι’ έκαστον».
Μετά, σχεδόν, από δύο χρόνια το θέμα επαναφέρεται καθώς στις 15 Μαΐου 1845 ο Δήμαρχος Αιγαίων, έπειτα από τη κοινοποίηση της διαταγής υπ. αρ. 1418/ 30 Απριλίου 1845 της Β. Νομαρχίας Εύβοιας, σε διακήρυξή[40] του προς τους κατοίκους της έδρας του Δήμου (Λίμνης) και των ανηκόντων σε αυτόν οικισμών, προβαίνει σε παρότρυνσή εξολόθρευσης των λύκων στην περιοχή δικαιοδοσίας του. Μάλιστα, ανήγαγε την πράξη αυτή στο επίπεδο της ηρωικής ενέργεια και  επανακαθόριζε τη βράβευση των «φονευθέντων» λύκων με την εξής κλιμάκωση: 10 δραχμές για τη φόνευση εγκύου λύκαινας, 8 δραχμές για μη έγκυο, 6 δραχμές για λύκο και 3 δραχμές για την εξόντωση λυκόπουλων. Η αποζημίωση δινόταν με την εμφάνιση ικανοποιητικών πειστηρίων και συντασσόταν, μάλιστα, και έκθεση η οποία περιελάμβανε το όνομα και το επώνυμο του «φονέως», την ηλικία και το γένος του «φονευθέντος» ζώου, καθώς και το ποσό του «βραβείου», το οποίο καλυπτόταν από το αποθεματικό κεφάλαιο του Δήμου.
       Αργότερα, χωρίς να αποκλείουμε και την ύπαρξη και προγενέστερων περιστατικών, έχουμε και νέα επιτυχή αποτελέσματα. Απόντος του Δημάρχου κοινοποιείται[41], στις 28 Απριλίου 1847, προς τη Β. Νομαρχία η περίπτωση της παράδοσης 7 ζώντων λυκόπουλων από τον επιστάτη των Ροβιών, Αθανασίου. Τα λυκόπουλα περιήλθαν στον ίδιο από μη κατονομαζόμενους κάτοικους του χωριού, οι οποίοι επιδόθηκαν αμέσως σε δίωξη των «θηρίων». 
Το θέμα φαίνεται ότι είχε και συνέχεια, αφού, στις 2 Μαΐου 1850, ο Δήμαρχος Αιγαίων Μπογιατζής σε διακήρυξή[42] του, αφού επαναλαμβάνει τον προγενέστερο τιμοκατάλογο προτρέπει τους κατοίκους της Λίμνης και των «πέριξ χωρίων» να εξέρχονται στις ημέρες των γιορτών στα δάση και «φωνασκώντας» να εκδιώκουν τους λύκους από τα μέρη καταφυγής τους.
Το 1854, πιθανολογούμε, ότι εξοντώθηκαν στην περιοχή άλλα 5 «θηρία», αφού ο Νομάρχης Εύβοιας εγκρίνει[43] πίστωση, του ΔημοΣυμβουλίου Αιγαίων, 30 δραχμών για την ανταμοιβή εξόντωσης των φονικότατων λύκων.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η πρακτική της καταφυγή των τοπικών κοινωνιών στην επίκληση των υπερκόσμιων οντοτήτων, όταν τα συμβατικά μέτρα δεν αποδεικνύονταν αποτελεσματικά στην καταπολέμηση «των προκυψάντων δεινών». Συγκεκριμένα ο Δήμαρχος Ιστιαίας απευθυνόμενος, στις 11 Ιουλίου 1964, προς το συνάδελφό του Δήμαρχο Αιγαίων του ανέφερε[44]: «πρότινος χρόνου μετηνέγκαμεν ενταύθα, της αιτήσεως των συνδημοτών μας και δι’ αδείας της Ιεράς Συνόδου ημών, την εκ της αλλοδαπής Αγίαν και Ιεράν Εικόνα της Υπεραγίας ημών Ευαγγελιστρίας, προς αποσόβησιν της φθοροποιού ακρίδος και παντός απειλούντος τους χριστιανούς κακού, συνάμα δε προς ψυχικήν ωφέλεια […] σας παρακαλεύωμεν να προτρέψητε τους συνδημότας σας ίνα υποδεχθώσιν, αν έχωσι την επιθυμίαν και ευχαρίστησιν, την τρισέβαστον και θαυματουργόν ταύτην εικόνα […] να διέλθη τον υμέτερον Δήμον, προς εκτέλεσιν αγιασμού και Λιτανιών». Όπως αντιλαμβάνεται κανείς μαζί με του λύκους είχε αρχίσει να αναδύεται και μια άλλη καταστροφικότερη απειλή, αυτή των ακρίδων. Η νέα πρόκληση θα αποδειχθεί σύντομα ακόμα πιο επικίνδυνη και η αντιμετώπισή της πιο χρονοβόρα (μέχρι τα μέσα 20ου΄ αιώνα) από την προηγούμενη. Πληροφοριακά, επισημαίνουμε ότι προς τα τέλη του 19ου αιώνα θα προστεθεί και εμφάνιση ενός νέου κινδύνου για τους κατοίκους της περιοχής, από τον τρομακτικό πολλαπλασιασμό των αρουραίων.   
Παρά τα μέτρα και τα δελεαστικά ποσά επικήρυξης των λύκων η παρουσία τους στην περιοχή όχι μόνο δεν περιορίστηκε αλλά μάλλον αυξήθηκε. Την παραδοχή αυτή εξωτερικεύει, σε νέα επιστολή[45] που αποστέλλει, ο Νομάρχης Εύβοιας προς τους Παρέδρους του Δήμου Αιγαίων, στις 19 Αυγούστου 1865. Ενώπιον της αύξησης του αριθμού των φθοροποιών λύκων συστήνεται επαγρύπνηση και έξοδος των κατοίκων στα δάση με τη χρήση μεταλλικών και άλλων «αρμόδιων μέσων».
Ενισχυτικό στοιχείο της νέας αναθέρμανσης του προβλήματος είναι ότι το ποσό, που περιλαμβανόταν σταθερά στους προϋπολογισμούς[46] και απολογισμούς του Δήμου Αιγαίων, από το 1849 έως το 1881, καταχωρημένο στα «επίλοιπα έξοδα» «δια αμοιβήν φονευθέντων λύκων», από τις 50 ή 60 δραχμές εκτοξεύεται στις 100, 200 και 300 δραχμές μετά το 1871 και μέχρι το 1881. Στον προϋπολογισμό του επόμενου έτους δεν επισημαίνεται η από δεκαετίες συγκεκριμένη δαπάνη, γεγονός που μας οδηγεί στην παραδοχή ότι κάπου εδώ (1882) πρέπει να τοποθετηθεί και η οριστική εξάλειψη του είδους από την περιοχή. 
            Βέβαια, η παρουσία του λύκου στην Εύβοια αποδεικνύεται και από πληθώρα τοπωνυμίων[47], τα οποία τον συμπεριλαμβάνουν λεκτικά σε διάφορες μορφές. Η τοπογραφική τοποθέτησή τους, ίσως, καταδεικνύει και τη διασπορά του ζώου σε όλο το νησί, αλλά, κυρίως, η παρουσία του επικεντρωνόταν στο κεντρικό και βόρειο τμήμα του. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις συγκεκριμένες περιοχές βρίσκουμε και πολλά τοπωνύμια που μας παραπέμπουν συνειρμικά και σε άλλες υποθέσεις. Έτσι παρατηρούμε ότι, όπου η εμφάνιση του λύκου είναι έντονη, εκεί ανευρίσκουμε και τοπωνύμια που εμπεριέχουν και τη λέξη του πιο αγαπητού θηράματός του, του ελαφιού.
            Η λαογραφία[48], επίσης, της περιοχής φιλοξενεί σε αρκετές εκδηλώσεις της την παρουσία του λύκου, ο οποίος τροφοδοτεί τη λαϊκή ψυχή σε πολλές της εκφάνσεις: δημοτικά τραγούδια, παραμύθια, θρύλους, παροιμίες κ.ά. Χαρακτηριστική είναι η πληροφορία[49] που αντλούμε από το βιβλίο του Δημήτρη Σέττα: «Πάντως, είναι γεγονός, ότι πολλοί Σκοπελίτες που έρχονταν στην Εύβοια ήσαν απονήρευτοι και άκακοι άνθρωποι, αγαθιάρηδες. Τόσο πολύ, ώστε παρεξηγούνταν απ’ τους ντόπιους. Η αφελής ερώτηση που υπέβαλλαν ήταν:
Έχει λύκους, μπάρμπα;
Τρώνε κιόλας; Θα με φάνε;»
Συμπερασματικά, αποδεικνύεται ότι η Εύβοια διέσωζε, μέχρι τα τέλη του 19ου αι., κυρίως μέσα στο δασοσκεπή βόρειο τμήμα της, ένα ιδιαίτερα πλούσιο οικοσύστημα, που διακρινόταν για την παρουσία τους σε αυτό μεγάλων θηρευτών, όπως σίγουρα του λύκου αλλά και ακόμα μεγαλύτερών του. Εντύπωση προκαλεί η επισήμανση τοπωνυμίων[50] που περικλείουν το όνομα της αρκούδας αλλά και άλλων ενδιαφερόντων ειδών από τον κόσμο της πανίδας ή ορνιθοπανίδας (λιοντάρι, λύγκας, όρνια-μαυρόγυπας).
 Σήμερα απομακρυσμένοι από παλαιότερες εποχές καταμετρούμε τις απώλειες που έχουμε υποστεί σε σχέση με κάποιους πολύτιμους θησαυρούς της ελληνικής φύσης,  στην εξαφάνιση των οποίων συνειδητά ή ασυνείδητα συμβάλαμε και οι ίδιοι.
 Βέβαια, δεν ξέρω τι απήχηση θα είχε μια προσπάθεια επανεγκατάστασης του είδους στην περιοχή, πρωτοβουλίες που εδώ και χρόνια έχουν αναλάβει με επιτυχία άλλα ευρωπαϊκά κράτη, όπως λ.χ. η Ιταλία. Ίσως, όταν ωριμάσουμε περισσότερο σαν κοινωνία και όταν διευρύνουμε την αντίληψη μας για την εθνική μας κληρονομιά, κατανοήσουμε τη σημασία τέτοιων ενεργειών που σήμερα μόνο ουτοπιστικές μπορούν να χαρακτηριστούν. Ίσως έρθει κάποτε μια εποχή που θα κοιμόμαστε περισσότερο ήσυχοι τα βράδια γνωρίζοντας ότι τα μοναδικά «θηρία» που μας απειλούν κρύβονται μέσα στα εναπομείναντα δάση της πατρίδας μας. 
Η Β. Εύβοια έχει το προνόμιο να διαθέτει ακόμη πολλούς θησαυρούς από τη σπάνια χλωρίδα και πανίδα της ελληνικής φύσης. Μάλιστα, κάποια από αυτά συμβαίνει να έχουν μεγαλύτερη αξία, αφού είναι και ενδημικά είδη. Παραδόξως, αν και διαθέτει καταπληκτικά οικοσυστήματα, πέραν της προστασίας από την εθνική νομοθεσία καμιά περιοχή της δεν εμπίπτει στην κατηγορία των εθνικών δρυμών και αυστηρώς προστατευόμενων περιοχών. Υγροβιότοποι, όπως η Κρύα Βρύση, ο μοναδικός ορεινός όγκος του Κανδηλίου, οι εντυπωσιακές υδροχαρείς λεκάνες των εγκαταλειμμένων ορυχείων του Κάκαβου κ.ά., συνιστούν περιβάλλοντα εξαιρετικού οικολογικού, επιστημονικού και γεωλογικού ενδιαφέροντος, τα οποία, όμως, έχουν αφεθεί στην τύχη τους, οικειοποιούνται και αλλάζουνε χρήση ή μετατρέπονται σε σκουπιδότοπους.  
Η ίδια απαράδεκτη κατάσταση, αν και πιο δυσδιάκριτη και ύπουλη, επισημαίνεται στη θάλασσα του Β. Ευβοϊκού Κόλπου. Η υπεραλίευση των αποθεμάτων της από τα «βαριά» εργαλεία, η  ρύπανση από τις παράκτιες βιομηχανίες (ΛΑΡΚΟ), η μακροχρόνια παρουσία ιχθυοτροφείων, η προβληματική λειτουργία των πεπαλαιωμένων μονάδων βιολογικού καθαρισμού των αστικών αποβλήτων ναρκοθετούν μια χαρισματική περιοχή, για την οποία και ο θρυλικός εξερευνητής Κουστώ είχε εξάρει τα ποιοτικά και βιολογικά της χαρακτηριστικά. Ήδη τα πρώτα σημάδια κόπωσης του τοπικού περιβάλλοντος είναι ευδιάκριτα και αν δεν αλλάξει κάτι σύντομα, μόνο μελέτες σαν και αυτή θα διασώζουν την ανάμνηση θησαυρών που είχαμε αλλά «βλακωδώς» χάσαμε. 
 
ΠΙΝΑΚΑΣ 1[51]
Τοπωνύμια σχετιζόμενα με το λύκο

Επαρχία Ιστιαίας


1
Δήμος Ιστιαίας
Το Λυκοθοδώρεμμα
Αγροτική περιφέρεια
2
Κοινότης Αγίου
Το Λυκόρεμμα
Οι Λυκοράχες
Αγροτική περιφέρεια
Αγροτική περιφέρεια
3
Κοινότης Αρτεμισίου
Οι Λυκομούρες
Δάσος
4
Κοινότης Βουτά
Στο Λυκ(τ)ομονοπάτι
Δάσος
5
Κοινότης Κανστανιωτίσσης
Το Λυκόρεμμα
Χαράδρα
6
Κοινότης Κοκκινομηλιάς
Τα Λυκορέμματα
Δασικές βουνοπλαγιές
7
Κοινότης Ωρεών
Η Λυκοράχη


Επαρχία Χαλκίδος


8
Δήμος Λίμνης
Το Λυκόρεμμα
Ρεμματιά
9
Δήμος Ψαχνών
Το Λυκομούρσι
Δάσος
10
Κοινότης Αγίας Άννης
Του Λύκου το Μάτι

11
Κοινότης Αγίας Σοφίας
Η Λυκόλακκα
Το Λυκομούρσι
Δάσος
Αμπελώνες
12
Κοινότης Άνω Βάθειας
Το Λυκόρεμμα
Ελαιών
13
Κοινότης Άτταλης
Η Λυκόλακκα
Δάση
14
Κοινότης Γλυφάδος
Το Λυκόρεμμα
Χείμαρρος
15
Κοινότης Καλλιθέας
Το Λυκόρεμμα
Ρεμματιά
16
Κοινότης Κεράμιας
Η Λυκότρυπα
Δασική έκταση
17
Κοινότης Κεχριών
Τα Λυκορέμματα

18
Κοινότης Κουρκουλών
Τα Λυκορέμματα
Αγροτική περιφέρεια
19
Κοινότης Μακρυκάπας
Η Λυκοράχη
Το Λυκόπουλο

Δασώδεις εκτάσεις
20
Κοινότης Πηλίου
Τα Δόκανα
Το Λυκομούρσι
Αυχήν όρους
Αυχήν όρους
21
Κοινότης Πολιτικών
Το Ξερόλυκο


Επαρχία Καρυστίας


22
Κοινότης Ανδρωνιάνων
Τα Λυκορέμματα

23
Κοινότης Αυλωναρίου
Η Λυκοράχη

24
Κοινότης Αχλαδερής
Η Λυκοσουβάλα

25
Κοινότης Γαβαλά
Το Λυκόρεμμα
Πηγάδι
26
Κοινότης Θαρρουνίων
Το Λυκούδι
Το Λυκόμουρτο
Χαράδρα
Χείμαρρος
27
Κοινότης Καδίου
Του Λύκου Βρύση

28
Κοινότης Καλημεριάνων
Του Λούπου

29
Κοινότης Κοσκίνων
Η Κοκκινίστρα Λύκου
Η Λυκοφωλιά
Αγροτική περιφέρεια
Δασώδης ορεινή θέση
30
Κοινότης Κρεμαστού
Η Λυκόβρυση
Αγροτική περιφέρεια
31
Κοινότης Μακρυχωρίου
Το Λυκόρεμμα
Ρεμματιά
32
Κοινότης Οχτωνιάς
Το Λυκόρεμμα
Βουνοπλαγιά
33
Κοινότης Τραχηλίου
Η Λυκότρυπα


ΠΙΝΑΚΑΣ 2
Τοπωνύμια σχετιζόμενα με άλλα είδη πανίδας

Επαρχία Ιστιαίας


1
Δήμος Ιστιαίας
Η Αρκούδα
Πηγή
2
Κοινότης Αγριοβοτάνου
Το Αλαφοκέρατο
Λόφος
3
Κοινότης Βουτά
Η Αρκούδα
Αγροτική περιφέρεια
4
Κοινότης Γαλατσώνας
Η Αρκούδα

5
Κοινότης Γερακιούς
Το Αλαφόχορτο
Δάσος
6
Κοινότης Γουβιών
Το Αλαφόχορτο
Δάσος
7
Κοινότης Κοκκινομηλιάς
Η Αρκούδα
Ελαφοκλήστρες
Λοφίσκος
Βουνοπλαγιές

Επαρχία Χαλκίδος


8
Δήμος Λίμνης
Η Αρκουδιά
Αλαφοσβάλα

9
Κοινότης Αμαρύνθου
Το Λιοντάρι
Βραχώδης βοσκότοπος
10
Κοινότης Άτταλης
Η Αρκουδιά
Λόφος
11
Κοινότης Αχλαδίου
Το Ελαφοκίδι

12
Κοινότης Βλαχιάς
Η Αρκουδόβρυση
Η Αλαφόλτσα

Δάσος
13
Κοινότης Μακρυκάπας
Τ’ Αρκούδια
Δασώδεις περιοχές
14
Κοινότης Μαντουδίου
Τα Πέντε Όρνια
Αγροτική περιφέρεια
15
Κοινότης Μύτικα
Το Τσακάλι
Αμπελώνες
16
Κοινότης Παπάδων
Η Αλαφοσβάλα

17
Κοινότης Πηλίου
Τα  Πέντε Όρνια
Υψώματα
18
Κοινότης Ροβιών
Οι Αρκούδες

19
Κοινότης Τριάδος
Ο Αρκουδιάς
Το Αλαφοσπλίθι
Βουνό πευκόφυτο
Λόφος

Επαρχία Καρυστίας


20
Κοινότης Κάτω Κουρουνίου
Οι Αρκουδοί

21
Κοινότης Μανικίων
Η Λιγγοσπηλιά


Πηγές:
Φάκελοι ανέκδοτων εγγράφων από το ΙΑΛ (Ιστορικό Αρχείο Λίμνης) -ΙΑΔΑ (Ιστορικό Αρχείο Δήμου Αιγαίων).
Βιβλιογραφία:
Δεμερτζής Ηλίας, «Συλλογή τοπωνυμίων της νήσου Ευβοίας», Αρχείον Ευβοϊκών Μελετών, τ. ΙΑ΄, Αθήνα 1964.
Σέττας Χρ. Δημ., Εύβοια Λαϊκός Πολιτισμός, 1ος και 2ος Τόμος, Εκδόσεις Σπανού, Αθήνα 1976.
Περιοδικό Experiment, τεύχος Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 1994. 





[1] ΙΑΛ,  Ακρίδες-Λύκοι 1847-1870 (1842), Βασίλειον της Ελλάδος προς Δημάρχους Διοικήσεως, Χαλκίδα 16 Απριλίου 1842.
[2] Ό.π. (1849), Νομάρχης Ευβοίας προς Δήμαρχον Αιγαίων, 7 Μαΐου 1949.
[3] Ό.π., Νομάρχης Ευβοίας προς Δήμαρχον Αιγαίων, 14 Μαΐου 1849.
[4] Ό.π., Πίναξ περί της καταστάσεως της ακρίδος, 5 Αυγούστου 1849.
[5] Ό.π., Νομάρχης Ευβοίας προς Δήμαρχο Αιγαίων, 5 Οκτωβρίου 1849.
[6] Ό.π., Δήμαρχος Αιγαίων προς κατοίκους Δήμου, 5 Μαΐου 1850.


[7] Ό.π.(1852), Νομάρχης Ευβοίας προς Επάρχους του Νομού και τους Δημάρχους της Επαρχίας Χαλκίδος, Μάιος 1852.
[8] Ό.π., Νομάρχης Ευβοίας προς Δήμαρχο Αιγαίων, 29 Μαΐου 1852.
[9] Ό.π. (1858), Πράξς Δημοτικού Συμβουλίου Αιγαίων, 17 Μαΐου 1858.
[10] Ό.π. (1864), Νομάρχης Ευβοίας προς Δήμαρχον Αιγαίων, 26 Απριλίου 1864.
[11] Ό.π. (1863), Νομάρχης Ευβοίας προς Δημάρχους Επαρχίας Χαλκίδος, 19 Ιουλίου 1867.
[12] Ό.π. (1864), Επιστολή Ιερέως, 11 Ιουλίου 1864.
[13] Ό.π., (1865), Νομάρχης Ευβοίας προς Δημάρχους της Επαρχίας Χαλκίδος, 15 Δεκεμβρίου 1865 και  Κατάλογος των υπόχρεων εις προσωπικήν εργασίαν καταδίωξης, 1866 .
[14] Ό.π.(1871-1924), Νομάρχης Ευβοίας προς Δήμαρχο Αιγαίων, 9 Μαΐου 1893.
[15] Ό.π. (1905), Τηλεγράφημα, 27 Μαΐου 1905.
[16] Ό.π. (1893), Νομάρχης Ευβοίας προς Δήμαρχον Αιγαίων, 29 Απριλίου 1893.
[17] Ό.π. (1926), Πράξις Δημοτικού Συμβουλίου, 6-9-1926.
[18] Ό.π. (1927), Υπουργείο Γεωργίας προς Προέδρους Κοινοτήτων, Λαρίσσης, Τρικάλων, Ευβοίας, Φθιωτιδοφωκίδος, Αρκαδίας.
[19] Ό.π. (1928), Τηλεγράφημα Νομογεωπόνου προς Πρόεδρον Κοινοτήτων Λίμνης Ροβιών, 10 Μαΐου 1928.
[20] Ό.π. (1928), Τηλεγράφημα Νομάρχη προς Πρόεδρον Κοινοτήτας Λίμνης, 27…. 1929.
[21] .π. (1946), Νομάρχης προς Πρόεδρον Κοινοτήτας Λίμνης, 25 Μαρτίου 1946.
[22] Ό.π. (1929), Τηλεγράφημα Νομάρχη προς Πρόεδρον Κοινοτήτας Λίμνης, 29 Απριλίου 1929.
[23] Ό.π. (1945) Νομαρχία Ευβοίας προς κ.κ. Προέδρους Κοινοτήτων, 17 Μαρτίου 1945.
[24] Ό.π. (1929), Τηλεγράφημα Νομάρχη προς Πρόεδρον Κοινοτήτας Λίμνης, 29 Απριλίου 1929.
[25] Ό.π. (1929), Κέντρο Εφοδιασμού Καταπολέμησης Ακρίδων, 7 Σεπτεμβρίου 1929.
[26] Ό.π. (1931), Νομαρχία Ευβοίας προς κ.κ. Προέδρους Κοινοτήτων, 4 Φεβρουαρίου 1931.
[27] Ό.π. (1945) Νομαρχία Ευβοίας προς κ.κ. Προέδρους Κοινοτήτων, 21 Φεβρουαρίου 1945.
[28] Ό.π. (1938) Νομαρχία Ευβοίας προς κ.κ. Προέδρους Κοινοτήτων, 6 Οκτωβρίου 1938.
[29] Ό.π. (1932), Νομαρχία Ευβοίας προς κ.κ. Προέδρους Κοινοτήτων, 30 Μαρτίου 1932.
[30] Ό.π.(1948), ΝΕΓΕ Ευβοίας προς Πρόεδρον Κοινοτήτας Λίμνης, 9 Ιανουαρίου 1948.
[31] «ΝΕΑ», Φύλλο της 20ης Δεκεμβρίου 1994: Χορεύοντας με τους λύκους …
Επιστημονικό όνομα: Lupus lupus, Ομοταξία: Θηλαστικά, Τάξη: Σαρκοφάγα, Οικογένεια: Κυνίδες, Μήκος κεφαλιού και σώματος: 1,05-1,35 μέτρα, Μήκος ουράς: 0,28-0,56 μέτρα ,Βάρος: 25-70 κιλά., Διάρκεια κυοφορίας: 60-63 ημέρες., Αριθμός μικρών: 5-7. Τρίχωμα πολυποίκιλο, ρύγχος μακρουλό, μέτωπο προεξέχον και πόδια με 5 δάχτυλα στα εμπρός και 4 στα πίσω πόδια. Το ουρλιαχτό του επιτρέπει στα διάφορα μέλη της αγέλης να προσδιορίζουν τη θέση που βρίσκεται το καθένα.
                Η ανάμνηση της παιδικής μας ηλικίας μας παραπέμπει σε μια μορφή σκοτεινή και τερατώδη, η οποία παίρνει σάρκα και οστά στην εικόνα ενός πολύ γνωστού σε όλου μας ζώου, του λύκου. Αυτή η εντύπωση είναι σφηνωμένη στο μυαλό μας μέχρι τα χρόνια της εφηβείας που φτάνει να πάρει σχήμα πιο ανεκτικό με την ιστορία του Ρωμύλου και του Ρέμου. Εκεί κάπως τα πράγματα μπερδεύονται αλλά η δυσπιστία εξακολουθεί να υπάρχει, γιατί ποτέ δεν παίρνουμε στα σοβαρά θεωρώντας ανάξια λόγου αυτή την ιστορία, αφού όλα αυτά αναφέρονται στη μυθολογία. Δεν προβληματιστήκαμε ποτέ, ούτε ψάξαμε να βρούμε ποια αλήθεια, τέλος πάντων, κρύβεται πίσω απ’ όλα αυτά. Αν κοιτάξουμε, λοιπόν, βαθύτερα θα διαπιστώναμε ότι η πολύπλοκη συμπεριφορά του είδους, το αίσθημα συνεργασίας μεταξύ των μελών της κοινωνίας τους, η υπακοή, καθιστά αυτά τα ζώα όντα με επίπεδο νοημοσύνης ανώτερη σχεδόν από κάθε άλλο σαρκοφάγο. Σε μια τυπική κοινότητα λύκων τα ορφανά υιοθετούνται, θηλάζονται κα και τρέφονται εξίσου με τη διαθέσιμη τροφή.
Για να δούμε, όμως, από πού πηγάζει αυτό το μίσος του ανθρώπου για το λύκο δεν έχουμε παρά να γυρίσουμε πίσω στην Παλαιολιθική εποχή, τότε που η Ευρασία ήταν μια τεράστια τούνδρα και οι μεταβαλλόμενες κλιματολογικές συνθήκες ανάγκαζαν τις αγέλες των ελαφιών, ταράνδων, κατσικιών και βισώνων να τρέχουν εμπρός πίσω στις πεδιάδες. Τότε δύο ομάδες κυνηγών βασίλευαν απόλυτα στο βόρειο ημισφαίριο: ο άνθρωπος και ο λύκος. Η μεγάλη αναμέτρηση, όμως, άρχισε τον καιρό που ο άνθρωπος περιόρισε το κυνήγι και έγινε περισσότερο γεωργός και κτηνοτρόφος. Από τη Νεολιθική εποχή ο λύκος θεωρείται ένας από τους βασικούς εχθρούς του ανθρώπου, για αυτό και σε ορισμένες περιοχές έχει εξαφανιστεί εντελώς. Μόνο στο Καζακστάν στον 20ο΄ και σε χρονικό διάστημα 20 χρόνων σκοτώθηκαν 248.000 άτομα, ενώ στις τούνδρες της Λαπωνίας, που κάποτε περιφέρονταν αγέλες χιλιάδων λύκων, σήμερα επιζεί μια δωδεκάδα περίπου και στη κεντρική Σουηδία ο αριθμός είναι περίπου ο ίδιος. Μέχρι πρόσφατα στις χώρες της Ευρώπης η κατάσταση ήταν κάπως καλύτερη, τελευταία, όμως, και εδώ κινδυνεύει να εξαφανιστεί.
                Οι πρόσφατες μελέτες έχουν αποδείξει ότι η συστηματική καταδίωξη του ζώου δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό, αντίθετα, μάλιστα, προκαλεί αρκετές δυσχέρειες στη διατήρηση της οικολογικής ισορροπίας. Οι Ρώσοι οικολόγοι αναφέρουν ότι στις περιοχές, όπου οι λύκοι έχουν εξαφανιστεί εντελώς, οι τάρανδοι υπόκεινται τώρα σε ορισμένες επιδημικές ασθένειες, οι οποίες πρωτύτερα δεν υπήρχαν ή τελούσαν υπό έλεγχο, όταν οι λύκοι ήσαν ελεύθεροι και κυνηγούσαν τα άρρωστα και αδύναμα ζώα. Επίσης, σε περιπτώσεις έλλειψης ζωντανής τροφής τα βγάζει πέρα το ίδιο καλά και με τα πτώματα, δεν περιφρονεί όμως τα μούρα, τα σύκα, τα σταφύλια και τα παρόμοια.
Είναι άξιο λόγου, νομίζω, να αναφερθούμε για λίγο στις Ινδίες, όπου σε ένα περιβάλλον τεράστια πυκνοκατοικημένο και με τόση αφθονία λύκων, όπως άλλοτε η Ινδία, εγκαταλειμμένα παιδιά υιοθετούνταν αυθόρμητα από λύκαινες που δεν είχαν δικά τους μικρά. Η ιστορία, λοιπόν, του Ρωμύλου και του Ρέμου περιέχει μια δόση αλήθειας. Ο Μόγλης, ο περίφημος ήρωας του Kipling, ο οποίος ανατράφηκε στο κοπάδι του λύκου Ακέλα, προσωποποιεί θαυμάσια μια παράδοση του μικρού που ανατρέφεται από λύκαινα.
[32] Πρόκειται για τον Οικολογικό Σύλλογο «Ρύσσος» στην Λάρισα, ο οποίος στις  22-12-1994 παρενέβη και «μπλόκαρε» την απόφαση εξόντωσης λύκων, στην επαρχία της Ελασσόνας, με «παγάνες» από συνεργεία κυνηγών, απόφαση που εξέδωσε το τοπικό δασαρχείο.
         Ο Σύλλογος θεωρούσε ότι η εξόντωση του απειλούμενου είδος αποτελούσε ανατριχιαστική αναβίωση της πρακτικής εξόντωσης των θεωρούμενων ως «επιβλαβών» ζώων και με έγγραφό του, μέσω της Ζωοφιλικής Οικολογικής Ένωσης Ελλάδας, ζητούσε την εξέταση της υπόθεσης από τη Νομαρχία Λάρισας στα πλαίσια του νόμου και της νομολογίας. Στο σχετικό έγγραφό που κοινοποιήθηκε και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, επισημαινόταν ότι ο λύκος είναι απειλούμενο είδος, αυστηρώς προστατευόμενο από τη σύμβαση της Βέρνης και αριθμεί στην Ελλάδα 300-500 άτομα, που αποτελούν και το μόνο αξιόλογο πληθυσμό σε ολόκληρη την Ευρώπη. Επιπρόσθετα υπενθυμιζόταν ότι με αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν μπορούσε να αποφασιστεί εξόντωση «επιβλαβών», αν προηγουμένως δεν έχει συνταχθεί ειδική και τεκμηριωμένη επιστημονική μελέτη για τον χαρακτηρισμό ορισμένων «θηραμάτων» ως επιβλαβών καθώς και του καθορισμού των μεθόδων και προϋποθέσεων για την καταπολέμησή τους, βλ. Εφημερίδες: «Ελευθερία», Φύλλο της 19ης, 22ας  Δεκεμβρίου 1994 και «ΝΕΑ», Φύλλο της 20ης Δεκεμβρίου 1994.
[33] ΙΑΛ, Φάκ.: Ακρίδες-Λύκοι 1843. Διοικητής Ευβοίας προς τους Δημάρχους της Διοικήσεως. Χαλκίδα 29 Ιανουαρίου 1843.
[34] Ό.π., Πράξη 25 Δ.Σ Δήμου Αιγαίων. Λίμνη 7 Φεβρουαρίου 1843.
[35] Ό.π., Δήμαρχος Αιγαίων προς τους παρέδρους και δημότας του Δήμου. 26 Φεβρουαρίου 1843.
[36] Ό.π., Δήμαρχος Αιγαίων προς Σ. Διοίκησιν Ευβοίας. Λίμνη 5 Μαρτίου 1843.
[37] Ό.π., Δοικητής Ευβοίας προς Δήμαρχον Αιγαίων. Χαλκίδα 7 Μαρτίου 1843.
[38] Ό.π. Δήμαρχος Αιγαίων προς τον κον  Ενωμοτάρχην της Β. Χωροφυλακής Λίμνης. Λίμνη 5 Μαΐου 1843.
[39] Ό.π., Δήμαρχος Αιγαίων προς Β. Διοίκησιν Ευβοίας. Λίμνη 1 Ιουνίου 1843.
[40] ΙΑΛ, Φάκ.: Ακρίδες-Λύκοι 1845. Διακήρυξη Δημάρχου Αιγαίων. Λίμνη 15 Μαΐου 1845
[41] Ό.π., Φάκ.: Ακρίδες-Λύκοι 1847. Δήμος Αιγαίων προς Β. Νομαρχίαν Εύβοιας. Λίμνη 28 Απριλίου 1847.
[42] Ό.π., Φάκ.: Ακρίδες-Λύκοι 1850. Διακήρυξη Δημάρχου Αιγαίων (Μπογιατζής). Λίμνη 2 Μαΐου 1850.
[43] Ό.π., Φάκ.: Ακρίδες-Λύκοι 1854. Νομάρχης Ευβοίας προς Δήμαρχον Αιγαίων. Χαλκίδα 13 Ιουλίου 1854.
[44] Ό.π., Φάκ.: Ακρίδες-Λύκοι 1964. Δήμαρχος Ιστιαίας προς Δήμαρχον Αιγαίων. Ιστιαία 11 Ιουλίου 1964.
[45] Ό.π., Φάκ.: Ακρίδες-Λύκοι 1865. Νομάρχης Ευβοίας προς Παρέδρους του Δήμου. Λίμνη 19 Αυγούστου 1965.
[46] Ό.π., Β.Π. (Βιβλία Πράξεων) Δημοτικού Συμβουλίου Αιγαίων 1842-1882.
[47] Δεμερτζής Ηλίας, «Συλλογή τοπωνυμίων της νήσου Ευβοίας», Αρχείον Ευβοϊκών Μελετών, τ. ΙΑ΄, Αθήνα 1964, (Πίν. 1).
[48] Σέττας Χρ. Δημ., Εύβοια Λαϊκός Πολιτισμός, 1ος και 2ος Τόμος, Εκδόσεις Σπανού, Αθήνα 1976.
[49] Ό.π., τ. 2ος , σελ. 332.
[50] Δεμερτζής, ό.π.
[51] Στους πίνακες διατηρείται η διοικητική διαίρεση του νησιού και η ορθογραφία των οικισμών, όπως παρατίθενται στο πρωτότυπο: Δεμερτζής Ηλίας, «Συλλογή τοπωνυμίων της νήσου Ευβοίας», Αρχείον Ευβοϊκών Μελετών, τ. ΙΑ΄, Αθήνα 1964, σελ. 174-251.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

προσέξτε τι γράφετε για να δημοσιευθεί.