Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2014

Αμφιπόλεως προεκτάσεις και Σαμοθράκης ανασκαφικές μνήμες…



Μικρό Βουνί Σαμοθράκης-1985

 Παλάντζας Γιάννης

Πάντα μου άρεσε η παράφραση του τίτλου ενός βιβλίου που διάβασα παλαιότερα: «η Δύση μιας Ανατολής ή η Ανατολή μιας Δύσης».
Δε γνωρίζω ποιας διασημότητας το άστρο της έδυσε στο τάφο της Αμφίπολης, είμαι, όμως, σίγουρος για την ανατολή του άστρου της ανασκαφέως του Τύμβου Καστά, της Κατερίνας Περιστέρη. Όντας στο τέλος της υπαλληλικής της ιδιότητας, παρόλα αυτά, φαίνεται ότι τώρα μόλις ξεκινά την περίοδο της επιστημονικής και ερευνητικής της καταξίωσης, επιφυλάσσοντάς μας, για το μέλλον, συγκλονιστικά στοιχεία, πληροφορίες και ανατροπές των ιστορικών και αρχαιολογικών δεδομένων. Η ίδια, όμως, ήδη έχει προβεί στις πρώτες της ανακοινώσεις, με την ιδιαίτερη αίσθηση δεοντολογίας και συμπεριφοράς την οποία επιδεικνύει.

Η τύχη και ο «καιρός» των αρχαίων την αποζημίωσε πλουσιοπάροχα κάνοντάς τη πρόσωπο ζηλευτό από τους συναδέλφους της και περιζήτητο από τους ανθρώπους της ενημέρωσης, η οποία ασθμαίνουσα την έχει «καταπόδι». Η περίπτωση της, αν και σπάνια στην κατάληξή της, είναι και αντιπροσωπευτική για πολλούς άλλους συναδέλφους της «επαρχιώτες» ανασκαφείς, οι οποίοι ανασκάπτουν κάτω από μεγάλες δυσκολίες, επί δεκαετίες την ελληνική επικράτεια, επιδιώκοντας την ανασύσταση της ιστορικής κατατομής της, χωρίς να είναι αυτοσκοπός τους η απόλυτη αρχαιολογική ανακάλυψη.
Γνώρισα τον κόσμο της αρχαιολογίας στα φοιτητικά μου χρόνια. Συνειδητοποιημένος από μαθητής ότι το μέλλον θα τον έβλεπα πίσω από μια μάσκα κατάδυσης επιχειρώντας βουτιές, ως άλλος Κουστώ, στη θάλασσα της ελληνικής ιστορίας και συνεπαρμένος από την Περιστέρη της εποχής εκείνης, τον Μανώλη Ανδρόνικο, εισήλθα περηφανώς στο Αρχαιολογικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. Ακόμα αναπολώ τον εαυτό μου μπροστά σε έναν πίνακα ανακοινώσεων του Τμήματος, όπου διάφορες ανασκαφές ζητούσαν φοιτητές για πρακτική εξάσκηση το καλοκαίρι. Δεν ενθυμούμαι καλώς με ποια κριτήρια έκανα την πιο ακραία, γεωγραφικώς, επιλογή μου. Ίσως το πνεύμα της εποχής με καθοδήγησε: «όσο πιο μακριά τόσο πιο καλά».
Και νάμε λοιπόν στο νησί της Σαμοθράκης με πλήρη φόρτο εργασίας και έχοντας αποκομίσει από το ταξίδι της μετάβασής μου, σαν παιδί της ηπειρωτικής Ελλάδας, την πρωτόγνωρη συναίσθηση του πόσο μεγάλη είναι η μικρή Ελλάδα των αριθμών.
Μουσείο Παλιάπολης  1985
Αυτό ήταν! Παρέμεινα στο νησί σε όλες τις ανασκαφικές περιόδους των φοιτητικών μου χρόνων δουλεύοντας μαζί με πολλούς άλλους ομοιοπαθείς μνηστήρες της αρχαιολογικής επιστήμης. Για τους περισσότερους από εμάς το όνειρο δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, ίσως, επειδή δεν μπορέσαμε να ανταπεξέλθουμε και στις δυσκολίες της και τις προκλήσεις της, όμως, η εμπειρία ζωής που αποκομίσαμε από τις ενεργές ανασκαφές και την αρχαιολογία πεδίου θα μας στοιχειώνουν μια ζωή.
Ο επικεφαλής ήταν μόνιμος Αρχαιολόγος της ΙΘ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, με έδρα την Κομοτηνή. Ένα αμάλγαμα ηθογραφίας από χαρακτήρες ηρώων πολλών μυθιστορημάτων: ολίγον στριφνός, απαιτητικός, εκκεντρικός στην εμφάνιση και στα αναγνώσματά του, ολιγαρκής και εγκρατής, φιλεύσπλαχνος αλλά και τιμωρός. Έχοντας υπό την ευθύνη του το νησί της Σαμοθράκης, έναν τεράστιας σημασίας και κλίμακας αρχαιολογικό χώρο, διενεργούσε από κοινού με το «φοιτητομάνι» μια ανασκαφή στην παραλιακή θέση «Μικρό Βουνί». Τα πορίσματα και οι ανακοινώσεις από αυτήν, μεταγενέστερα, προσέθεσαν επιπλέον σελίδες ακόμα και στα σχολικά βιβλία, που διδάσκω πλέον, προεκτείνοντας σε βάθος χρόνου, τους ήδη γνωστούς  αρχαιοελληνικούς πολιτισμούς, και  με αυτόν του Βορειοανατολικού Αιγαίου.
Μεριμνούσε για τα πάντα. Τη μεταφορά του προσωπικού, με τη συνδρομή στρατιωτικού Στάγερ, στην ανασκαφή, την εξοικονόμηση πόρων, την καθοδήγηση των εργατών-παλιές καραβάνες των ανασκαφών με γνώσεις αλλά και έπαρση μεγαλυτέρα των σπουδασμένων αρχαιομαθών, την καθοδήγηση των εκπαιδευόμενων φοιτητών, τη συγγραφή του ανασκαφικού ημερολογίου, την πρόοδο των εργασιών και την εφαρμογή όλων των τελευταίων τεχνολογιών και επιστημονικών πρωτοκόλλων. Την επιστροφή της αποστολής στο χώρο της διαμονής, το πλύσιμο της κεραμικής της ημέρας, τη φωτογράφηση και καταγραφή των ευρημάτων, το μαγείρεμα, τη διαχείριση της κόπωσης και ψυχολογικής κατάπτωσης των εκπαιδευόμενων και τόσα άλλα. Ποτέ άλλοτε στη ζωή μου δεν είχα την αίσθηση ότι ένα 24ωρο έχει τόση μεγάλη διάρκεια.
Είναι μοναδική αυτή η αίσθηση αντίφασης μιας μέρας γεμάτης σκόνης, ήλιου και ιδρώτα στο χώρο της ανασκαφής με τη βραδινή συνάντηση και το γεύμα της ομάδας, στον ειδυλλιακό χώρο του Ξενία της Παλιάπολης, κάτω από τον αρχαιολογικό χώρο του Ιερού των Μεγάλων Θεών με θέα το Β. Αιγαίο και τη Θάσο. Να μοιραζόμαστε τις εμπειρίες των προηγούμενων ωρών στις αρχαιολογικές τομές-σωστά πηγάδια-, τα σκιρτήματα της νιότης μας-γιατί ήμασταν κάποτε και νέοι-, την πληρότητα μας από τη συμβολή μας στην ανάδειξη του καινοφανούς παρελθόντος, που αποκαλύφθηκε πρώτα σε εμάς, αλλά και τη συναίσθηση της απόλυτα επιτυχημένης επαγγελματικής μας επιλογής.
Μου ανέφερε τότε ότι: «εμείς οι αρχαιολόγοι είμαστε λιγότεροι από τους 300 της Βουλής και χωρίς να απολαμβάνουμε τίποτα από τα προνόμια τους έχουμε κάτι παραπάνω από αυτούς. Το προνόμιο της καταρχήν αποκλειστικής δημοσίευσης των ανασκαφικών δεδομένων της περιοχής ευθύνης μας. Αυτή η αναφορά μου φάνηκε τότε πολύ εγωιστική και ελιτίστικη, αλλά απέπνεε μια αίσθηση ανωτερότητας και υπεροψίας της κλειστής ομάδας, η οποία πλεονεκτεί όχι οικονομικά αλλά ποιοτικά και «στυλιστικά» έναντι των άλλων δημοσίων λειτουργών. Σήμερα, συνειδητοποιώ πως το προνόμιο αυτό διασφαλίζει την αποτροπή της καπήλευσης και του «καπελώματος» των πρωτεργατών μιας σημαντικής αρχαιολογικής ανακάλυψης από επαΐοντες συναδέλφους τους, των Γραφείων και Εδρών. 
                Aπό τότε οι δεκαετίες πέρασαν, ακολουθήσαμε άλλους δρόμους και πορείες αλλά ποτέ δεν ξεχάσαμε τη μαγεία της ανασκαφής, τους ιδιαίτερους ανθρώπους που συμμετείχαν σε αυτές καθώς και τον Μήτσο-τον Αρχαιολόγο, που συνεχώς αναβαθμίζεται στη ωριμάζουσα κρίση και εκτίμησή μου.
Η τεχνολογία μου έδωσε εύκολα τη δυνατότητα να παρακολουθήσω την εξέλιξή του. Λίγο πριν από την ευδόκιμη αποχώρησή του από την Υπηρεσία διατελεί, πιστεύω, εν πλήρη ικανοποίηση για την προσφορά του στην επιστήμη και στη χώρα του. Δεν βρήκε, βέβαια, τη δική του Αμφίπολη αλλά πολλές άλλες ανώνυμες πολιτείες, οι οποίες στο βαρόμετρο της ιστορικής τους αξίας, ίσως, βαρύνουν περισσότερο.
Δεν μου είναι απόλυτα ξεκάθαρο, γιατί γράφω το παρόν ανάγνωσμα. Ίσως για να καταθέσω την ευγνωμοσύνη μου για την ανασκαφική εμπειρία, ίσως για να ευχαριστήσω κυρίως τον άνθρωπο-επιστήμονα που την έκανε να αξίζει, ίσως σαν μορφή διαμαρτυρίας και υπεράσπισης όλων αυτών των σκληροτράχηλων τύπων και «αντισυστημικών» κυριών,  που εκφράζουν το ελληνικό μοντέλο του Έλληνα/ίδος ανασκαφέα, οι οποίοι/ες χωρίς να έχουν εφαλτήρια Πανεπιστημιακών Εδρών, Διευθύνσεων Μητροπολιτικών Μουσείων και άλλων προβεβλημένων Θέσεων κάνουν απλά τη δουλειά τους, με μεγάλο επαγγελματισμό και επιστημονική πληρότητα. 
Η περίπτωση της Αμφίπολης είναι ενδεικτική ενός επιστημονικού κανιβαλισμού και ενός συνδρόμου αμετροέπειας που δυστυχώς χαρακτηρίζει και τον πνευματικό μας κόσμο. Αυτόν που συνήθως διασώζεται σε περιόδους κρίσης μόνο από μεμονωμένες εξαιρέσεις.
Tα τελευταία μνημονιακά χρόνια όλοι οι εξωγενείς δανειστές μας δεν διακρίνονται καθόλου για την υπομονή τους. Συνεχώς ανυπόμονοι περιμένουν την ελληνική ανταπόκριση στους βαρύγδουπους σχεδιασμούς τους. Είναι η μοναδική φορά που ο διεθνής χώρος καθοδηγείται από τους δικούς μας ρυθμούς, αυτούς που η φυσιογνωμία μια επαρχιακής αρχαιολόγου υπαγορεύει για τη διασφάλιση της ακεραιότητας μιας μοναδικής ανακάλυψης.
Η Περιστέρη παίρνει μια ρεβάνς για όλους μας και αποδεικνύει ότι και αν όλα ξεπουληθούν, μπορούν δύο τρία στρέμματα γης να επαναφέρουν στο μυαλό μας την αξία αυτής της χώρας, την οποία η αριστερίζουσα πολιτική κουλτούρα υποβαθμίζει και τη θεωρεί νεκρή και «ανέπνευστη».
Διάφοροι ειδήμονες προσέτρεξαν να αποφανθούν και να κάνουν τις προβλέψεις τους για τους ενοίκους του Τάφου της Αμφίπολης. Ξαφνικά, σε αυτή τη χώρα φαίνεται ότι η φαντασία περισσεύει και ότι οι προβλέψεις δεν περιορίζονται στο ποδοσφαιρικό Στοίχημα. Και επειδή στο τελευταίο έχω και καλές επιδόσεις σκέφτομαι να καταθέσω και εγώ το ατομικό μου δελτίο. Η εκπαιδευτική μου, όμως, αντίληψη μου υπαγορεύει να το αποφύγω, παρά το γεγονός ότι δεν διακυβεύω κάτι από την ελάσσονα  ακαδημαϊκή μου οντότητα.
Δεν θα αναφέρω, λοιπόν, τον περίβολο σε σχήμα τέλειου κύκλου, η περιφέρεια του οποίου, αν κάνουμε την υπόθεση του στατιστικού λάθους , πλησιάζει τον αριθμό των 496 μέτρων. Μιλάμε για έναν τέλειο αριθμό (ψάξτε μόνοι να μάθετε τι είναι), ο οποίος παραπέμπει στην μαθηματική ιδιοφυΐα του κατασκευαστή. Δεν θα αναφέρω, επίσης, την εντύπωση ότι ο λόφος Καστά εκφράζει την προσπάθεια τρισδιάστατης απόδοσης μιας πολεμικής ασπίδας, η οποία φέρει στον κέντρο της το λιοντάρι της Αμφίπολης ως θυρεό.
Ούτε θα θίξω την αυτονόητη σκέψη του Αλεξάνδρου, ο οποίος ως γνήσιος Μακεδόνας στρατιώτης, θα είχε σκεφτεί και θα είχε προετοιμάσει για τον εαυτό του, ότι με ευλάβεια μεριμνούσε για τους στρατιώτες του, δηλαδή την επιστροφή στην πατρική γη έστω και όχι εν ζωή. Πως στερούμε από έναν βασιλιά τη στρατιωτική του φύση και το βασικό στρατιωτικό αρχή-δόγμα, στην οποία είχε γαλουχηθεί  ότι κανείς δεν μένει πίσω στην ξένη χώρα;  Και εάν η εξωτική Ανατολή είχε μεθύσει τον Βασιλιά, εμβάλλοντάς του και φαραωνικές συνήθειες σίγουρα πολλοί φίλοι-συστρατιώτες του θα ένιωθαν καθήκον να κάνουν το αυτονόητο: να επιστρέψουν το βασιλιά στο σπίτι του.
 Δεν θα υποστηρίξω ότι η Αμφίπολη θα ήταν ο ιδεατός τόπος για την ανέγερση του ταφικού μνημείου σε αναμονή, αφού σε αυτόν συνέρρεαν τα χιλιάδες τάλαντα της εκστρατείας του Αλεξάνδρου, καθώς και τα υλικά για την κατασκευή του και ιδιαίτερα τα εκατοντάδες μάρμαρα από τη Θάσο. Στα χρόνια του Αλεξάνδρου, πιθανά, είχε μετατοπιστεί και το κέντρο του ενδιαφέροντος του Μακεδονικού Βασιλείου προς τις εκβολές του Στρυμόνα, αφού και ο ίδιος ο Αλέξανδρος είχε απομακρυνθεί από τους πατροπαράδοτους χώρους συνδεόμενους με τον πατέρα του Φίλιππο, με τον οποίο δεν είχε και τις καλύτερες σχέσεις.
Δεν θα αναφέρω και την πιθανή αμηχανία των κατασκευαστών του ταφικού μνημείου για τη στυλιστική κατεύθυνση που θα επιλεγόταν. Ο Βασιλιάς πληροφορούνταν ότι είχε αλλάξει πολύ στην Ανατολή και η κατατομή του διανθίστηκε και με τίτλους και συμπεριφορές «βαρβαρίζουσες». Η παραδοσιακή μνημειακή αρχιτεκτονική των Μακεδόνων, έπρεπε για την περίσταση να υπερκεραστεί και να ενσωματώσει και άλλα στοιχεία: με ότι πιο επιτηδευμένο υπήρχε από την ελληνική πλαστική (Καρυάτιδες), και ότι αποκρυφέστερο συνδεόταν με την Ανατολή (Σφίγγες) και τις καινοτομίες της, όπως αυτή του τετάρτου χώρου-κρύπτη, ο οποίος παραπέμπει σε φαραωνικές δοξασίες και πρακτικές διατήρησης ταριχευμένων σορών.
Δεν θα αναφέρω την αίσθηση των «αποστειρωμένων» εσωτερικών χώρων του μνημείου, από όπου εκλείπει η κεραμική και άλλα μικροαντικείμενα, πράγμα ασύνηθες για την ταφική κτέριση. Η άφιξη της σορού του Βασιλιά αναμενόταν ότι θα συνοδευόταν από πλήθος αναλόγων αντικειμένων, τα οποία θα έπαιρναν τη θέση τους στο μνημείο. Ο Βασιλιάς, όμως, δεν επέστρεψε ποτέ και ο τάφος του σφραγίστηκε-πληρώθηκε με ιδιαίτερο τρόπο, με χαλαρής δομής και μαλακής υφής υλικό, ώστε να αποτρέπεται η δεύτερη χρήση του από μελλοντικούς ενδιαφερόμενους όχι, όμως, και η επανενεργοποίησή του για τον κυρίαρχο λόγο για τον οποίο κατασκευάστηκε. 
Θα αναφέρω, εν τέλει, κάτι που διαφεύγει της προσοχής και της ευαισθησίας  πολλών από εμάς. Ότι ο Τύμβος Καστά αποτελεί ταφικό μνημείο, χωρίς από τους κατασκευαστές να υπήρχε η πρόβλεψη της επισκεψιμότητάς του, ως μουσειακού χώρου, χωρίς να υπήρχε η πρόθεση της λειτουργίας του ως καταλύτης εκτόξευσης των αξιών των περιμετρικών γαιών, χωρίς να υπήρχε η υπόνοια της ασελγούς μεταχείρισής του από τους μετέπειτα κληρονόμους της Μακεδονικής γης.
Η εύηχη σιωπή της ανασκαφέως είναι η μοναδική παρηγορητική και αξιοπρεπής στάση προσέγγισης απέναντι στο μεγαλείο που αποπνέει το μνημείο και του εκπορευόμενου, πλην αναγκαίου, σεβασμού που πρέπει να επιδείξουμε. Η κατάδειξη αυτής της αξιομνημόνευτης συμπεριφοράς της ήταν και το βασικό κίνητρο συγγραφής του παρόντος κειμένου, ίσως και με την ιδιοτελή παρόρμηση να τύχουν «οι ανοησίες μου» του ενδιαφέροντός της και να προκαλέσουν τη συμπάθειά της και μια πιθανή κλήση μου, προς  παροχή εξηγήσεων ή διευκρινήσεων, στο χώρο της ανασκαφής της! Είναι μάλλον παρανοϊκό να επενδύει κανείς στην αποτυχία των ισχυρισμών του προκειμένου να έχει κάποια πιθανότητα ικανοποίησης του ιδιοτελούς του πόθου. Είδομεν! 

                                                Δρ.  Παλάντζας Γιάννης
                                     Δ/ντής Γενικού Λυκείου Λίμνης




      

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

προσέξτε τι γράφετε για να δημοσιευθεί.