Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2014

Μήπως δεν φταίνε μόνο οι Γερμανοί…

η ομιλία του Γιάννη Παλάντζα 
στη παρουσίαση του βιβλίου του Μιχάλη Ψύλου
στις 4 Αυγούστου στα ΕΛΥΜΝΙΑ 2014


Πριν πολλά χρόνια, στην Αθήνα των Κλασσικών Χρόνων, οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, από θέση ισχύος μια ανάλογης υπερδύναμης του σήμερα, δε δίστασαν να τιμωρήσουν τον Φρύνιχο για την πατριωτική του στάση, επειδή με μια από τις αριστουργηματικές του Τραγωδίες "Μιλήτου Άλωσις",  θύμισε στους συμπολίτες του τα οικεία κακά της πόλης τους. Κάτι ανάλογο συνειδητοποιείται και με την ανάγνωση του βιβλίου του Μιχάλη Ψύλου, το οποίο μας θέτει πολλά βασανιστικά ερωτήματα, μάς γεμίζει πολλές ενοχές και κυρίως αναδεικνύει την παντελή απουσία διαμόρφωσης και άσκησης εθνικής πολιτικής, ως αντιστάθμισμα στις απροκάλυπτες παρεμβάσεις ξένων κρατών και ιδιαίτερα της Γερμανίας.  Φυσικά, η σημερινή παρουσίαση του βιβλίου ενός διακεκριμένου και μάχιμου δημοσιογράφου, του Μιχάλη Ψύλλου, και κυρίως η πρόθεσή του να την πραγματοποιήσει σε μια μικρή αλλά
όχι ασήμαντη επαρχιακή κωμόπολη, μόνο εύσημα μπορεί κανείς να του αποδώσει.
Θα εκπλαγεί και ο ίδιος, όμως, με το γεγονός ότι και η νεότερη ιστορία της πόλης, που σήμερα τον φιλοξενεί, ανταποκρίνεται θαυμάσια στην περιγραφόμενη, σε εθνική κλίμακα, παθολογία της ξένης οικονομικής και πολιτικής παρεμβατικότητας.
Οι κάτοικοι της περιοχής, του παλαιότερου Δήμου Ελυμνίων, έχοντας επιδείξει ατομικά και συλλογικά μεγάλη αίσθηση πατριωτισμού και συμμετοχής στους εθνικούς και κοινωνικούς αγώνες, εισήλθαν στη νεότερη και σύγχρονη ιστορία έχοντας διαμορφώσει ένα ιδιαίτερο ήθος. Απόσταγμα της ιδιότυπης αυτονομίας που είχε εξασφαλιστεί για την πόλη, κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, αλλά και της ολοκληρωτικής και απόλυτα πετυχημένης αξιοποίησης των πλουτοπαραγωγικών πόρων της περιοχής τους: δηλαδή, μια ιδιαίτερα αναπτυγμένη  ναυσιπλοΐα, η οποία διακινούσε μια πολύ επιλεκτική γεωργία με εξαγωγικό προσανατολισμό.
Δυστυχώς, αυτή η υγιής ανάπτυξη υπονομεύτηκε σύντομα από την εμφάνιση του λευκόλιθου, του μαγνησιούχου ορυκτού, για την οικειοποίηση του οποίου τόσο μεγάλο ενδιαφέρον θα επιδείξουν εταιρείες, ξένων συμφερόντων, προκειμένου να τροφοδοτήσουν την μεγάλη βιομηχανική ανάπτυξη της Βόρειας Ευρώπης.
Από τα μέσα λοιπόν του 19ου αι., μεθοδεύσεις και δολοπλοκίες αφαίμαξης του εθνικού ορυκτού πλούτου εφαρμόστηκαν στην περιοχή μέσα από ισχυρότατες εξορυκτικές εταιρείες, οι οποίες χρησιμοποίησαν πολιτικούς και διπλωματικούς εκβιασμούς, ναυτικούς αποκλεισμούς, μακρόσυρτες δικαστικές διαμάχες και προσπάθειες χειραγώγησης και εκφοβισμού της τοπικής κοινωνίας. Εν τέλει, λαφυραγώγησαν τον τοπικό μεταλλευτικό πλούτο και μακροπρόθεσμα αλλοίωσαν την ίδια τη δομή της τοπικής κοινωνίας, υποβάθμισαν την ποιότητά της και στερώντας της κρίσιμους δημόσιους χώρους και δικαιώματα, την προσανατόλισαν σήμερα στην μειωτική και μονόπλευρη δραστηριότητα της παροχής τουριστικών υπηρεσιών.
Ο Μιχάλης Ψύλος στο Βιβλίο του εναλλάσσοντας πηγές από την ελληνική ιστοριογραφία και τον διεθνή Τύπο, ξετυλίγει τις γερμανικές πολιτικές και οικονομικές παρεμβάσεις στη νεότερη ελληνική ιστορία κάνοντας διαρκώς συγκρίσεις με το σήμερα. Η αντιδιαστολή αυτή αναδεικνύει και φωτίζει περισσότερο την ολέθρια κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει σήμερα ο ελληνικός λαός και η χώρα.
Ακόμη και όσοι δεν συμφωνούν απόλυτα με την οπτική του, δεν μπορούν παρά να προβληματισθούν από τα στοιχεία της έρευνας του, καθώς θίγει το μέγα διαχρονικό ζητούμενο της εθνικής ανεξαρτησίας σε διαλεκτική σχέση με την οικονομική πολιτική.
Η σημερινή παρουσίαση του Βιβλίου του φίλτατου Μιχάλη, μας επαναφέρει με τρόπο εκκωφαντικό βασανιστικές ερωτήσεις και αναρωτήσεις για το ποιος επιτέλους κυβερνά αυτή τη χώρα και ποια είναι η ρότα του νεώτερου και σύγχρονου ταξιδιού της.
Αμείλικτα προβάλει η συνειδητοποίηση ότι μετά από 200 χρόνια εθνικής ανεξαρτησίας η πρόοδος που έχει συντελεστεί στην κατεύθυνση  ισχυροποίησης της εθνικής μας ιδιαίτερης ταυτότητας, στη διαμόρφωση ενός πρωτότυπου και πρότυπου συστήματος οργάνωσης και διακυβέρνησης της χώρας, το οποίο να διασώζει και να εξελίσσει παρακαταθήκες αιώνων, έχουν όλα παταγωδώς αποτύχει. 
Είναι πράγματι εξοργιστικό αυτό που αναγνωρίζουμε ως ξένη παρέμβαση, ουσιαστικά δηλαδή την έκφραση μια σταθερής και στοχευμένης εξωτερικής πολιτικής του ξένου παράγοντα για την εξυπηρέτηση των εθνικών του συμφερόντων στη χώρα μας, ενώ αποτιμάται, από εμάς τους ίδιους, ως στοιχείο των ευνομουμένων και ισχυρών κρατών να μην βρίσκει στη χώρα μας μιμητές ή να μην προβάλλεται κανένα σοβαρό εμπόδιο εφαρμογής της στη χώρα μας. Συνήθως, η μοναδική μας αντίδραση είναι η άρση του φαινομένου στα όρια της δαιμονοποίησης και η μοιρολατρική του αποδοχή.
Ας μην έχουμε αυταπάτες. Μπορεί να ζούμε στην εποχή της Παγκοσμιοποίησης αλλά επανέρχονται, με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο, στο προσκήνιο αρχές, όπως αυτή του εθνισμού, του εθνικισμού και πατριωτισμού, που εμείς οι Νεοέλληνες συνήθως υποτιμούσαμε ή ανοήτως, ως αναφυλακτική κρίση, παραχωρήσαμε την οικειοποίησή τους σε πολιτικούς σχηματισμούς που κινούνται στο περιθώριο της πολιτικής και πολιτειακής ζωής.
Για πολλούς από τους παραπάνω όρους οι σημερινοί κοσμοεξουσιαστές για να το πετύχουν την επιβολή τους πρέπει να αφαιρέσουν μέσα από κάθε λαό το στοιχείο, που τον χαρακτηρίζει και τον διαφοροποιεί ως έθνος. Να αλλάξουν, σύμφωνα με την «θουκυδίδειον ρήσιν» την σημασία των λέξεων, να κάνουν τους λαούς να μισούν ο,τι έπρεπε να αγαπούν και το αντίθετο.
Κυρίες και Κύριοι, νομίσαμε ότι θα γίνουμε Ευρω­παίοι με την εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας, με τη ρηχή επανάληψη ξενό­τροπων συμπεριφορών και συνηθειών, με την αλόγιστη μίμηση και με την πε­ριφρόνηση καθετί ελληνικού. Το 30% των μαθητών των Ελληνικών Σχολείων αποκτούν στο Λύκειο πιστοποίηση μιας ξένης γλώσσας, ενώ το 50% των συμμετεχόντων στις Πανελλαδικές Εξετάσεις αποτυγχάνουν να επιτύχουν τη βάση στην Ελληνική Γλώσσα.
            Δεν μπορώ, μέσα από την ανάγνωση του Βιβλίου του Μιχάλη Ψύλου, να αποφύγω τον συνειρμό και την αναγωγή του μυαλού μου στη γνωστή ελληνική ταινία οι «Γερμανοί Ξανάρχονται». Και θα ήμουνα, όπως οι περισσότεροι στη σημερινή παρουσίαση, εξαιρετικά καχύποπτος στις προθέσεις της Γερμανικής πολιτικής απέναντι στη χώρα μας. Μην έχουμε, όμως, αυταπάτες. Κάθε Μεγάλη χώρα στο χώρο του διεθνούς ανταγωνισμού προσπαθεί να προωθήσει τις επιδιώξεις των εθνικών της συμφερόντων χωρίς συναισθηματισμούς και ευγένειες. Το πόσο μεγάλη θα είναι η παρέμβασή της και η «όρεξή» της εξαρτάται πάντα από την αντίσταση και την αντίδραση των θιγομένων.
Έζησα στο Βερολίνο 5 χρόνια και μπορώ να αναγνωρίσω ότι είναι μια δίκαιη στο εσωτερικό της χώρα, η οποία παράδοξα έχει κατοχυρώσει για τους πολίτες της πολλά από τα αναζητούμενα αγαθά του υπαρκτού σοσιαλισμού. Σε αντιδιαστολή με τους Έλληνες επενδύει και προβάλει τις αρετές του Γερμανικού λαού, παρά το γεγονός ότι κάθε σχετικά πρόσφατη ιστορική αναγωγή στην ιστορία του Γερμανικού Έθνους προσκρούει σε εφιάλτες. Και αυτούς, όμως, η επίσημη Γερμανική Πολιτική τους αντιπαρέρχεται μετατοπίζοντας την ευθύνη  των εγκλημάτων που διέπραξε σαν Γερμανικό Έθνος σε μια μικρή μειοψηφία του πληθυσμού της. Χαρακτηριστική περίπτωση αυτής της μεθόδευσης είναι και ο τίτλος μιας πολύ σημαντικής θεατρικής παράστασης που ανέβηκε για χρόνια στο Βερολίνο που έλεγε:  “die NAZIS waren und nicht wir-δεν ήμασταν εμείς οι Ναζί ήτανε…”
Στη Γερμανία, λοιπόν, των πολλών ταχυτήτων, με τη Γερμανική Γλώσσα να έχει σεβαστεί και να χρησιμοποιεί τα Αρχαία Ελληνικά στην πιο ακέραια μορφή τους, χωρίς τους εγκληματικούς γλωσσικούς ακρωτηριασμούς που υπέστησαν από τη Δημοτική,  με την ακαδημαϊκή-πανεπιστημιακή κοινότητα και τον μορφωμένο της κόσμο να ελληνίζει και να προσπαθεί να διατηρήσει τα τμήματα των Ελληνικών Σπουδών χωρίς καμιά στήριξη από την Ελλάδα μέχρι και την πολυάριθμη τάξη των Γερμανών εργατών, στην πανίσχυρη Γερμανική Βιομηχανία, οι αναγνώστες της BILD δηλαδή που ζουν για τις καλοκαιρινές τους διακοπές και αγανακτισμένοι δεν μπορούν να διανοηθούν πως ένας τέτοιος τεμπέλικος και ανεπρόκοπος λαός ζει στην πιο όμορφη και χαρισματική ώρα του κόσμου. Ίσως οι τελευταίοι να δικαιολογούνται ως θύματα της αρπακτικής τουριστικής πολιτικής που είχαμε εφαρμόσει στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια.
Πολλά μπορεί να αναγνωρίσει και να καταλογίσει κανείς στους Γερμανούς σχετικά με τον τρόπο που σκέπτονται και λειτουργούν. Το σίγουρο είναι ότι θεωρούν τον εαυτό τους σοβαρούς και ικανούς για οποιαδήποτε πρόκληση ή οικονομικό θαύμα. Στις σχέσεις τους αξιολογούν πολύ τα στοιχεία “του απέναντι τους” με βάση τις δικές τους αρετές, διαβαθμίζουν τη σοβαρότητά του, την ακεραιότητά του, την σταθερότητα των απόψεων του και ιδίως τη συνειδητοποίηση της εθνότητάς του. Σίγουρα, αυτό που επιθυμούν είναι άχρωμους και άοσμους συνομιλητές, οι οποίοι φέρουν ελαφριά τη συναίσθηση του χρέους της εκπροσώπησης της χώρας τους. Μας θεωρούν πολύ προβλέψιμους και υποταγείς και μας κατατάσσουν, συνήθως, περιφρονητικά στους Βαλκάνιους Λαούς.       
Είναι πια καιρός όλα αυτά να αλλάξουν. Είναι καιρός να αρχίσουν όλοι να μας σέβονται. Η Ελλάδα έχει τεράστιες δυνατότητες, αν αξιοποιήσει τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα. Αν δημιουργήσει μια νέα γενιά πολιτικών στελεχών που σκέφτονται και πράττουν εθνικά και πατριωτικά. Αν αξιοποιηθεί η πολλά υποσχόμενη νεολαία μας που την οδηγήσαμε στο εξωτερικό, αρτιότατα καταρτισμένη, να εξυπηρετήσει και να υπηρετήσει ποιοτικά τις οικονομίες και τις κοινωνίες των Ξένων Κρατών που τώρα μας καταδυναστεύουν. Χρειάζεται ολική επαναφορά σε νέους δρόμους, σε νέες συμπεριφορές και νοοτροπίες. Το βιβλίο του Μιχάλη Ψύλου κάνει την ανάγκη αυτή άμεσα αντιληπτή και χωρίς νέες παλινωδίες και ριζοσπαστικές θολοκουλτούρικες απόψεις.
Ολοκληρώνω την παρέμβασή μου με τα λόγια ενός μεγάλου Έλληνα, που η σκέψη του ακόμα και σήμερα εκλαμβάνεται ως αιρετική: 
…«Το πρώτο σου χρέος εκτελώντας την θητεία σου στο Έθνος σου, είναι να νιώσης μέσα σου όλους τους προγόνους.
Το δεύτερο, να φωτίσης την ορμή τους και να συνεχίσης το έργο τους.
Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσης στα παιδιά σου την μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσουν»…
 (Νίκος Καζαντζάκης στην «Ασκητική» του).

                                                                Δρ. Παλάντζας Γιάννης



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

προσέξτε τι γράφετε για να δημοσιευθεί.