Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

Οι οικοδομικές φάσεις της ιεράς μονής Γαλατάκη την περίοδο της τουρκοκρατίας

Σε συνέχεια των παρουσιάσεων των εισηγήσεων στην Αρχαιολογική ημερίδα που έγινε στα Λουτρά Αιδηψού στις 31/5 , τα Λιμνιώτικα δίνουν σήμερα στη δημοσιότητα την εισήγηση του Βασίλη Δούκουρη, προϊσταμένου  των  αρχείων ΓΑΚ  Λίμνης, με θέμα την ναοδομία της ιεράς μονής Γαλατάκη.
Η ομιλία παρουσιάζεται και σε βίντεο που επιμελήθηκε ο πολιτιστικός σύλλογος Ωρεών.





ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΤΙΡΙΑΚΟΥ ΚΑΙ ΝΑ.Í.ΚΟΥ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ Ι. ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΓΑΛΑΤΑΚΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ
 Dr Δούκουρης Βασίλης
Στην πορεία που κατέληξε στη συγκρότηση της οθωμανικής αυτοκρατορίας εντάσσεται, αναμφίβολα, και η κατάληψη της Εύβοιας, στα 1470. Είναι βέβαιο ότι η βίαιη αυτή ενσωμάτωση του νησιού στη νεοσύστατη αυτοκρατορία στοίχισε στον κατακτημένο Ευβοϊκό λαό πολύ αίμα, ανυπολόγιστες υλικές καταστροφές, τεράστια δημογραφική φθορά και τεσσάρων αιώνων, περίπου, πνευματική, κοινωνική και οικονομική καθυστέρηση. Από την άλλη, ωστόσο, δεν μπορεί να παραγνωριστεί και κάποια αγαθή πλευρά στη συρροή των παραπάνω κακών. Αυτή,
δεν είναι άλλη από την ένταξη της Εύβοιας στην πολιτική ενότητα και συνοχή, που, σταδιακά επέβαλλε η Οθωμανική κατάκτηση, στον τότε ελληνικό κόσμο, ο οποίος διαβιούσε, από τις αρχές, τουλάχιστον, του 13ου αιώνα, κάτω από το ζυγό ποικιλώνυμων φράγκικων και βενετικών ηγεμονιών.

Στο νησί, που μετονομάστηκε Εγκριμπόζ, αμέσως μετά την ολοκλήρωση της κατάληψής του, εφαρμόστηκε το κλασσικό μοντέλο της διοικητικής οργάνωσης, που στηριζόταν στο τιμαριωτικό σύστημα. Δημιουργήθηκαν, δηλαδή, δυο πασαλίκια: της Χαλκίδας και της Καρύστου και η Χαλκίδα, χάρη στα οχυρά κάστρα της, ορίστηκε η έδρα του νέου σαντζακιού του Εγρίπου, το οποίο συμπεριέλαβε τους καζάδες των Θηβών, των Αθηνών, της Λιβαδειάς, των Σαλώνων και της Αταλάντης.
Στη λογική της Οθωμανικής διοίκησης, που εφαρμόστηκε και στην Εύβοια, οι κατακτημένοι και τα υπάρχοντα τους τέθηκαν κάτω από την απόλυτη κυριαρχία του Σουλτάνου, μιας και εντάχθηκαν στους Reaya, δηλαδή στους υποτελείς με καθεστώς προσωπικής φορολόγησης. Σταδιακά απέκτησαν μία σχετική θρησκευτική αυτοτέλεια και συγκεκριμένα δικαιώματα, που τα καθόριζε πάντοτε ο ιερός μουσουλμανικός νόμος, μιας και η οθωμανική αυτοκρατορία ήταν ένα θεοκρατικό καθεστώς. Ένα από αυτά τα δικαιώματά τους ήταν και η δυνατότητα, ανεξαρτήτως κοινωνικής θέσης, να μπορούν να προσφύγουν γραπτώς απευθείας στον εκάστοτε Σουλτάνο για την απόδοση δικαιοσύνης. Μάλιστα, αν επρόκειτο για κάποιο σημαντικό ζήτημα, οι ραγιάδες είχαν δικαίωμα να στείλουν αντιπροσώπους τους απευθείας στην Κωνσταντινούπολη. Καθώς, λοιπόν, στο οθωμανικό ιδεολογικό οικοδόμημα ο Σουλτάνος θεωρείτο εγγυητής της δικαιοσύνης και του αναγνωριζόταν απεριόριστη νομοθετική εξουσία, ο έλεγχος αυτός των καταγγελιών και η αποκατάσταση των αδικιών αποτελούσαν τα πλέον σημαντικά καθήκοντά του, διότι λειτουργούσαν αφενός ως παράγοντες νομιμοποίησης της εξουσίας του κράτους απέναντι στους υπηκόους του, και αφετέρου μετέφεραν το αίσθημα προστασίας, μέσα από ένα σύστημα δικαιοσύνης κοινό για όλους.

Ανέφερα, σε γενικές γραμμές, ορισμένα στοιχεία της οθωμανικής διακαιϊκής πραγματικότητας και ιδιαίτερα αυτό της άμεσης προσφυγής στο Σουλτάνο, επειδή στις αμέσως επόμενες σειρές της εισήγησής μου θα τα παρακολουθήσουμε να συμβαίνουν. Να συμβαίνουν όταν οι πατέρες του αγίου Νικολάου Γαλατάκη επιχειρούν, κατά καιρούς, την οικοδόμηση ή ανοικοδόμηση τμημάτων του κτιριακού και ναϊκού συγκροτήματός τους και έρχονται αντιμέτωποι με τις υπερβάσεις και τις παρανομίες των κρατικών αξιωματούχων και της στρατιωτικής τάξης της Εύβοιας. Τότε είναι που αξιοποιούν το παραπάνω δικαίωμα, την καταφυγή δηλαδή στις οθωμανικές αρχές -το Σουλτάνο, τον καδή Ευρίπου, ή τον Σαντζάκ μπέη, και ζητούν αν όχι την τιμωρία όσων τους στέκονται εμπόδιο στα οικοδομικά έργα, που κατά καιρούς δρομολογούν στη μονή, τουλάχιστον την ανάσχεση της δράσης τους. Και για τις περιπτώσεις που έχουμε υπόψη μας και θα εκθέσουμε παρακάτω η μονή Γαλατάκη υποστηρίχθηκε από το κράτος στις διαμάχες της με τους Οθωμανούς, ίσως λόγω του ότι διατηρούσε όλα τα νομικά εχέγγυα και προσκόμιζε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που την παρουσίαζαν ως αδικημένη. Μάλιστα, αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι αυτό συμβαίνει ειδικά σε μία περίοδο που τα ορθόδοξα μοναστήρια, δε απολαμβάνουν νομιμοποίηση της ύπαρξής τους, όπως τα μουσουλμανικά βακούφια, επειδή, ακριβώς, είναι αλλόθρησκα ιδρύματα.

Μετά την παραπάνω απαραίτητη εισαγωγική ενότητα, είναι ώρα, πλέον, να περάσουμε στην εξιστόρηση των περιστατικών εκείνων που σχετίζονται με τις οικοδομικές παρεμβάσεις που δέχθηκε η μονή αγίου Νικολάου Γαλατάκη σε μία περίοδο τρεισήμισι αιώνων, όσο δηλαδή διήρκεσε η Τουρκοκρατία στο νησί της Εύβοιας. Αρωγό στην προσπάθειά μας αυτή έχουμε τα σουλτανικά φιρμάνια, τα χοτζέτια, τους φετφάδες και τα άλλα δικαιοπρακτικά οθωμανικά έγγραφα που απόκεινται στο αρχείο της μονής, μεταφρασμένα ήδη από το 1962, χάρη στη συμβολή του έγκριτου τουρκομαθή Γεώργιου Μαυροχαλυβίδη, εντεταλμένου μεταφραστή στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών.

Βάσει, λοιπόν, των πληροφοριών που αποτυπώνονται στα εν λόγω έγγραφα οι προσπάθειες των πατέρων του Γαλατάκη να συντηρήσουν, να ανακαινίσουν ή να οικοδομήσουν νέα κτίσματα στη μονή έχουν σημείο εκκίνησης και κορύφωσης στην πρώιμη οθωμανική περίοδο, και συνεχίζονται με χαμηλότερους ρυθμούς κατά τη διάρκεια της όψιμης οθωμανικής περιόδου.
Στην πρώιμη οθωμανική περίοδο, λοιπόν, και με εκκίνηση το έτος 1503, εκδηλώνεται η πρώτη επεμβατική ενέργεια των πατέρων της μονής Γαλατάκη στο κτιριακό συγκρότημα. Οι πατέρες αποφασίζουν να οικοδομήσουν, «κατά το παλαιόν έθος», έναν προστατευτικό τοίχο περιμετρικά της μονής και να τοποθετήσουν, παράλληλα, μία σιδερόπορτα ώστε να προστατεύονται από τις επιδρομές των πειρατών, οι οποίοι «ελεηλάτουν τα πράγματά των και τους εζημίουν». Όπως προβλεπόταν ρητά από το μουσουλμανικό δίκαιο, οι πατέρες φρόντισαν να λάβουν, για την εκτέλεση του έργου αυτού, φετφά, δηλαδή άδεια από το ιερονομείο Χαλκίδας και το καθόλα νόμιμο έργο ολοκληρώθηκε εντός του προβλεπόμενου χρόνου. Δυστυχώς, όμως, για τη μονή Γαλατάκη τα πράγματα δεν ακολούθησαν μία φυσιολογική πορεία. Τα έργα προκάλεσαν την προσοχή «Οθωμανών, οίτινες άδραξαν την ευκαιρίαν και ήρχισαν να ενοχλώσι τους πατέρας και να τους επηρεάζουσι δια να χρηματολογήσωσι». Οι μοναχοί, τότε, κατέφυγαν «εις το Ιερόν δικαστήριον της Ευρίπου», κατήγγειλαν το γεγονός στον καδή και ζήτησαν γνωμοδότηση. Ο Οθωμανός δικαστής, θεωρώντας επαρκείς τις αποδείξεις που προσκόμισαν οι ενάγοντες μοναχοί, παρέπεμψε, χωρίς χρονοτριβή, την υπόθεση στην Υψηλή Πύλη και ζήτησε απ’ αυτήν την τελική γνωμοδότηση. Στις 12 Απριλίου του 1503 ο σουλτάνος Βαγιαζήτ ο Β΄ υπογράφει φιρμάνι, με το οποίο διατάζει τον καδή και τον μπέη Ευρίπου να ερευνήσουν από κοινού την υπόθεση, «μετακαλώντας τους ρηθέντας καλογήρους ομού μετά τους αντιμουτζούνους των» και αφού διαπιστώσουν πως έχουν τα πράγματα, να εφαρμόσουν το γράμμα του ιερού νόμου, απαγορεύοντας στο εξής «να επηρεάζονται οι ρηθέντες καλόγηροι…δια τον τοίχον και την σιδηράν θύραν».
Ένα πρώτο στοιχείο που πρέπει να συγκρατήσουμε απ’ αυτήν την πρώιμη κτιριακή παρέμβαση στη μονή Γαλατάκη είναι η επίκληση, από τους μοναχούς, του παλαιού έθους σε ότι αφορά το περιτοίχισμα της μονής. Πρόκειται για ευθεία και σαφή αναφορά των μοναχών στη φρουριακή μορφή που είχε η μονή τους σε χρόνους πριν την οθωμανική κατάκτηση, οπότε και εντοπίζονται οι απαρχές ίδρυσης της μονής. Επιπρόσθετα, είναι άξιο αναφοράς και το γεγονός ότι στα 30 χρόνια που ακολούθησαν την οθωμανική κατάκτηση, οι πατέρες της μονής Γαλατάκη είχαν ξεπεράσει τις όποιες συνέπειες, και αναλάμβαναν, πλέον, πρωτοβουλίες συνεννόησης με τις Οθωμανικές αρχές, για να διατηρήσουν την αυτονομία του ιερού ιδρύματός τους.
Στη συνέχεια και για χρονικό διάστημα 50 περίπου ετών απαντούμε τη σιωπή των πηγών αναφορικά με οικοδομικές εργασίες ή προσθήκες στη μονή Γαλατάκη. Με την έναρξη, όμως, του δευτέρου μισού του 16ου αιώνα, η οποία συμπίπτει, κατά τύχη αγαθή, με την παρουσία μίας σειράς αξιόλογων ηγουμένων στο τιμόνι της μονής, ξεκινά ένα πρόγραμμα συνολικής ανακαίνισης του κτιριακού και ναϊκού συγκροτήματος, ώστε να εξαλειφθούν τα εμφανή σημάδια του χρόνου και της μανίας των φυσικών φαινομένων. Και πάλι, ένα από τα πρώτα έργα που δρομολογήθηκαν στο Γαλατάκη σχετιζόταν με την ασφάλεια και προστασία της μοναστικής κοινότητας. Επρόκειτο, συγκεκριμένα, για την ανοικοδόμηση ενός ερειπωμένου αμυντικού πύργου, ο οποίος θα χρησίμευε ως παρατηρητήριο των πειρατικών επιδρομών, αλλά και ως τελευταίο καταφύγιο για τους πατέρες, όταν η μονή θα είχε πέσει στα χέρια πειρατών ή ληστών. Σύμφωνα με το περιεχόμενο φιρμανιού, που εκδόθηκε από το σουλτάνο Σουλεϊμάν τον Α΄ το Νομοθέτη στα 1555, οι πατέρες ζητούν την άδεια να αναλάβουν «εξ’ ιδίων την ανοικοδόμηση παλαιού πύργου, κτισθέντος πλησίον του μοναστηριού επί των καιρών της ειδωλολατρείας», για να προστατευθούν από τις επιδρομές «των Λεβέντ, που πάντοτε αποβιβαζόμενοι εκ των πλοίων των αρπάζουν τον ρουχισμόν μας και μερικούς εξ ημών συλλαμβάνουν και αιχμαλωτίζουν και μεταφέροντες εις την ανατολήν τους πωλούν». Μάλιστα, φροντίζουν να τονίσουν με έμφαση στην αίτησή τους το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος πύργος «μη ων υπό την κυριαρχίαν ουδενός είχε ερειπωθεί» και παρέμενε άχρηστος.
Κατά την πάγια συνήθεια, ο Οθωμανός μονάρχης θα δώσει εντολή στον καδή Ευρίπου Ντερβίς Μεχμέτ να διερευνήσει το ζήτημα και ιδιαίτερα τα λεπτά εκείνα σημεία της υφιστάμενης κατάστασης και της κυριότητας του πύργου. Αν τελικά αποδεικνυόταν ότι «δια την υπόθεσιν αυτήν δεν εξεδόθη άλλη διαταγή αναιρετική», τότε, του τόνιζε ότι έπρεπε να επιτρέψει «εις τους αναφερομένους την εξ’ ιδίων των επισκευή του εν λόγω ερειπωμένου πύργου, ώστε να μην επέλθη ζημία άλλη εις αυτούς και εις τα υπάρχοντα αυτών». Πράγματι, ο καδής Ευρίπου αμέσως μετά την παραλαβή του σουλτανικού ορισμού προχώρησε στις παρακάτω πάγιες και συντεταγμένες για ανάλογες περιπτώσεις, ενέργειες. Αρχικά, απέστειλε επιτόπου δύο πραγματογνώμονες, τους «Μεχμέτ υιόν Ορονέζ και Μεχμέτ υιόν Εμίν, οίτινες και διαπίστωσαν εκ του όλου περιβάλλοντος ότι το κτίριον είναι αρχαίος ειδωλολατρικός πύργος ερειπωθείς». Στη συνέχεια ο Οθωμανός καδής εξέδωσε, βάση της παραπάνω γνωμοδότησης, το απαραίτητο γι’ αυτές τις περιπτώσεις χοτζέτι (1562), το οποίο επικυρώθηκε και από τον Σαντζάκ μπέη του Εγρίπου Μαχμούτ, μάλλον επειδή αφορούσε αμυντικό κτίσμα. Τέλος, παρέδωσε το έγγραφο με τη σχετική άδεια στους εκπροσώπους του Γαλατάκη και «κατόπιν τούτου οι παπάδες της εν λόγω μονής έκτισαν και επισκεύασαν τον πύργον τούτον». Αναμφισβήτητα, το συγκεκριμένο έργο της ανοικοδόμησης αμυντικού κτίσματος σε χρόνια κατοχής αποτελεί τεράστια επιτυχία για τους πατέρες της μονής. Παράλληλα, όμως, μας φέρνει αντιμέτωπους και με ένα αξιοπρόσεκτο παράδειγμα αμυντικού μοναχισμού, ο οποίος έφερε εις πέρας την αποστολή του με την υπεράσπιση τόσο του ιερού του χώρου όσο και της μοναστικής ασκήσεως. Με άλλα λόγια, η φύση της μοναστικής ζωής σε καμία περίπτωση δε μετέβαλε τους πατέρες σε παθητικούς αποδέκτες ποικίλων επιθέσεων από πειρατές ή ληστές, αλλά κατανοήθηκε ως χρέος άμυνας.
Οι πατέρες της μονής Γαλατάκη, αφού εξασφάλισαν, πλέον, την προστασία τους από τους εξωτερικούς κινδύνους, επικέντρωσαν το κύριο βάρος των επισκευαστικών εργασιών στην άνετη προσωπική διαβίωσή τους. Το 1562, ύστερα από την έκδοση σχετικής άδειας από τον καδή Ευρίπου Δερβίς Μεχμέτ, ο τότε ηγούμενος της μονής Λαυρέντιος θα προχωρήσει στην επιδιόρθωση «μερικών από τα κελιά, όντα ετοιμόρροπα από την πολυκαιρία», στην ανακεράμωση της στέγη τους, που ήταν «σαθρή και χωρίς στερεότητα» και στην επιδιόρθωση της «αυλής των, που επίσης είχε ανάγκην επιδιορθώσεως». Παράλληλα, θα οικοδομηθεί και ένα νέο οίκημα «προς φιλοξενία των κατά χειμώνα και θέρος προσερχόμενων διαβατών». Εδώ, θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να γνωρίζαμε σε ποια πτέρυγα οικοδομήθηκαν τα παραπάνω κελιά/ξενώνες, ώστε να έχουμε την εικόνα της τότε διάταξης των κτισμάτων της μονής. Δυστυχώς όμως τέτοιου είδους πληροφόρηση δεν εμπεριέχεται στο οθωμανικό έγγραφο.

Και ερχόμαστε τώρα, στο έργο εκείνο, στο οποίο αποτυπώθηκε με τον πλέον ανάγλυφο τρόπο η προϊούσα ακμή της μονής Γαλατάκη, στα μέσα του 16ου αιώνα. Αυτό δεν ήταν άλλο από την «εκ βάθρων» ανέγερση του καθολικού της. Η ερευνητική κοινότητα πληροφορήθηκε, για πρώτη φορά το εν λόγω γεγονός από την ανάγνωση της κτιτορικής επιγραφής που πραγματοποίησε στα 1891 ένας νομικός και παράλληλα ερασιτέχνης ιστοριοδίφης, ο Λιμνιώτης Νικόλαος Μπελλάρας. Σύμφωνα με αυτή την πρώτη ανάγνωση το έργο της εκ βάθρων ανέγερσης του καθολικού, το οποίο πραγματοποιήθηκε «ΔΙΑ ΣΠΟΥΔΗΣ ΚΟΠΟΥ ΚΑΙ ΕΞΟΔΟΥ» του φιλόκαλου ηγουμένου Ποιμένος και της δεκαμελούς συνοδείας του, περατώθηκε στις 5 Δεκεμβρίου του 1566.
Είναι, όμως, έτσι τα πράγματα; Ανέγνωσε, άραγε, ο Λιμνιώτης ιστοριοδίφης ορθά το κείμενο της κτιτορικής επιγραφής και ιδιαίτερα το σημείο εκείνο που αναφερόταν στη χρονολογία αποπεράτωσης του έργου; Διατυπώνω το παραπάνω ερώτημα, έχοντας υπόψη μου δύο ερευνητικές σταθερές. Η πρώτη, έχει να κάνει με τη μεταγενέστερη, έντονη αμφισβήτηση που δέχθηκε η ανάγνωση Μπελλάρα από μία σειρά αξιόλογων ερευνητών, που μελέτησαν το μνημείο και η δεύτερη αφορά τις αποκλίσεις που παρουσίασαν οι προτάσεις ορισμένων εξ αυτών από τον πραγματικό χρόνο αποπεράτωσης του έργου, αποκλίσεις, που σε ορισμένες περιπτώσεις, έφτασαν ακόμη και τα 30 έτη. Το γιατί συνέβη αυτό πιστεύω ότι εξηγείται από τα γεγονότα της καταστροφικής αναστύλωσης που πραγματοποίησε στο, τραυματισμένο από σεισμό, καθολικό της μονής, κατά το διάστημα 1895-1898, ο τότε ηγούμενός της Λεόντιος Κοραχάης. Στη διάρκεια της ανακαίνισης αυτής, εκτός από τον τοιχογραφικό διάκοσμο του κυρίως ναού δέχθηκε φροντίδες -μέσα σε εισαγωγικά-  και η κτιτορική επιγραφή, με αποτέλεσμα να τραυματισθούν ανεπανόρθωτα οι στίχοι εκείνοι που αφορούσαν τα της εκ βάθρων ανέγερσης του καθολικού και να καταστούν, έτσι, δυσδιάκριτοι και δυσανάγνωστοι για τους μετά το 1898 ερευνητές.
Όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω, το αρχικό μας ερώτημα, αν, δηλαδή, ο Νικόλαος Μπελλάρας ανέγνωσε ορθά ή όχι το έτος αποπεράτωσης του ναού στη κτιτορική επιγραφή εξακολουθεί να παραμένει σε εκκρεμότητα και να σκορπά έντονο προβληματισμό. Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, η απάντησή του κρίνεται επιβεβλημένη και, όπως φαντάζει φυσικό, θα αναζητηθεί στο περιεχόμενο των οθωμανικών εγγράφων του σπουδαίου αρχείου της μονής.
Αρχικά, έχουμε στη διάθεσή μας ένα σουλτανικό φιρμάνι, το οποίο η μοναστική κοινότητα πέτυχε να αποσπάσει στα 1561, από το σουλτάνο Σουλεϊμάν τον Α΄ το Νομοθέτη. Από το εν λόγω έγγραφο πληροφορούμαστε ότι ο Οθωμανός μονάρχης παραχωρoύσε στη μονή Γαλατάκη άδεια ανέγερσης «νέας εκκλησίας εις την θέσιν της αρχαίας εκκλησίας των που είχε καταστραφεί ολοσχερώς από επισυμβάντα σεισμόν και είχε μείνει ανενέργητος». Χωρίς δισταγμό, πλέον, θεωρούμε το έτος 1561 ως terminus post quem όριο, δηλαδή, μετά από το οποίο μπορεί να τοποθετηθεί με ασφάλεια η έναρξη των εργασιών οικοδόμησης του καθολικού στο Γαλατάκη.  Σε ό,τι αφορά, τώρα, το έτος ολοκλήρωσης των εργασιών, ασφαλής terminus ante quem, είναι το 1566, το έτος εκείνο κατά το οποίο εκδόθηκε ένα δεύτερο φιρμάνι από το σουλτάνο Σελίμ το Β΄, αυτή τη φορά, για να προστατέψει τους πατέρες του Γαλατάκη από εκβιασμούς που υφίσταντο από Οθωμανούς. Στο κείμενο του φιρμανιού του 1566 αναφέρονται τα παρακάτω ενδιαφέροντα στοιχεία: «…ανεφέρθη εις την ευδαίμονα Πύλη της Αυτοκρατορίας μου, ότι η εις το βουνό κειμένη αρχαία εκκλησία των μοναχών της μονής της επιλεγόμενης αγίου Νικολάου Γαλατάκη, κρημνισθείσα και ερειπωθείσα από επισυμβάντα σεισμόν, έμεινε αλειτούργητη. Οικοδομηθείσα δε εκ των υστέρων, εν ώ χρόνω εχρησίμευε ως εκκλησίαν των, χωρίς να προξενή βλάβην τινα εις κανέναν, κάποιοι από την τάξιν των οπλιτών του ναυτικού και άλλοι ερχόμενοι … ζητούν εξονυχιστικήν έρευναν εις την εκκλησίαν των με αποκλειστικόν σκοπόν της αποσπάσεως χρημάτων».
Η απλή και μόνο συνάρμοση του περιεχομένου των παραπάνω δύο αρχειακών τεκμηρίων, μας επιτρέπει, φίλες και φίλοι, να αποφανθούμε, με βεβαιότητα, ότι η φράση «ανηγέρθη εκ βάθρων», που τοποθετήθηκε στην κτιτορική επιγραφή και την οποία, τελικά, ανέγνωσε ορθότατα ο ιστοριοδίφης Ν. Μπελλάρας δεν αποτελούσε απλώς έναν πλεονασμό κενού περιεχομένου, κάτι που συχνά συνέβαινε σε κτιτορικές επιγραφές της εποχής, αλλά είχε αυστηρή κυριολεξία. Και αυτό διότι μία, σχετικά μικρή, μοναστική κοινότητα εκμεταλλεύθηκε τις συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής σταθερότητας που επέβαλλε, κατά το 16ο αιώνα η περίφημη Pax ottomana και πραγματοποίησε ένα μεγαλειώδες έργο, αυτό της «ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ» ανέγερσης ενός νέου καθολικού στη θέση παλαιότερου, που καταστράφηκε «ολοσχερώς από επισυμβάντα σεισμόν». Ως έτος έναρξης των εργασιών ορίσαμε το 1561, ενώ επιβεβαιώθηκε ότι πράγματι το 1566 αποπερατώθηκε ο ναός.
Όπως ήταν φυσικό, όλα τα παραπάνω έργα που δρομολογήθηκαν και ολοκληρώθηκαν στο Γαλατάκη, στη διάρκεια του 16ου αιώνα, μετέφεραν προς τα έξω μία εικόνα ευμάρειας, η οποία ήταν φυσικό να προσελκύει άλλοτε τις αρπακτικές διαθέσεις των πειρατών που δρούσαν στο Αιγαίο και άλλοτε την απληστία των Οθωμανών αξιωματούχων της Εύβοιας. Σ’ αυτούς τους έκτακτους αλλά και τους παραδοσιακούς καταναγκασμούς που επέβαλαν οι τότε κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, αλλά και το ίδιο το οθωμανικό σύστημα, οι πατέρες κατάφερναν πάντοτε, χρησιμοποιώντας τη συσσωρευμένη εμπειρία και τη δυναμική των αιώνων που προηγήθηκαν, να προσδιορίζουν και να προσαρμόζουν την άμυνά τους ανάλογα με την ταυτότητα του αντιπάλου τους και σε σχέση με το πλαίσιο όπου εγγραφόταν κάθε φορά η σύγκρουση.
Δείγματα της παραπάνω τακτικής ανιχνεύονται σε δύο οθωμανικά έγγραφα του αρχείου της, που χρονικά τοποθετούνται στο τελευταίο τέταρτο του 16ου αιώνα. Στην πρώτη περίπτωση, οι πατέρες διεκτραγωδούν, με αναφορά τους προς στις αρχές του νησιού, τα βάσανα που υφίστανται από τη δραστηριότητα των πειρατών που λυμαίνονταν τις απροστάτευτες περιοχές της Εύβοιας. «Το μοναστήριόν μας», γράφουν στον καδή Ευρίπου Αλή, «μη όν ελεύθερον από τα δεινά των πειρατών, των περιφερόμενων εις τας θάλασσας, καθώς ευρίσκεται επάνω εις τον εκ θαλάσσης δρόμον τους, είναι ένα εκπεφοβισμένον μοναστήριον. Εν καιρώ χειμώνος οι φρεγάδες, ερχόμενες και ρίπτουσες άγκυρας, παίρνουν από τας κατοικίας μας την περιουσίαν μας, κατάσχουν τα πρόβατά μας και αιχμαλωτίζουν και ημάς». Στο ίδιο κείμενο εξειδικεύονται και οι λόγοι της κακοδαιμονίας τους: «Επειδή δεν έχομεν καταφύγιον απόρθητον, όπου να καταφύγομεν, και η κατοικία εις ήν στηριζόμαστε είναι ανοικτή κατά το ανατολικόν μέρος, οι εκ θαλάσσης εχθροί μας, μας καταβάλλουν πάντοτε εκ του ρήγματος τούτου». Η αντίδραση του Οθωμανού δικαστή θα είναι άμεση. Με απόφασή του στα 1588, επιτρέπει στους πατέρες να οικοδομήσουν για την προστασία τους ένα «νέο επίμηκες κατοικητήριον, κατά το ανατολικόν τμήμα του μοναστηριού, περιλαμβάνον μεμονωμένας τινάς κατοικίας, ως είδος προφυλακτηρίου, εκ των ληστών και αλητών, χωρίς να αντιβαίνη προς τον Ιερόν Νόμον και συμφώνως προς τα οριζόμενα με την δομικήν της θρησκείας των».

Και περνάμε, τώρα, στην όψιμη περίοδο της οθωμανικής κατοχής του νησιού, της οποίας η έναρξη προσδιορίζεται χρονικά στις αρχές του 17ου αιώνα και λαμβάνει τέλος εκεί στην έκρηξη του αγώνα της εθνικής ανεξαρτησίας. Κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα υποστεί μια σειρά κρίσεων, οι οποίες θα επιφέρουν, όπως ήταν φυσικό, μεγάλες οικονομικές, κοινωνικές και διοικητικές αλλαγές στα εδάφη της. Οι επαχθείς φόροι, οι καταπιέσεις και αυθαιρεσίες των Οθωμανών, καθώς και οι εξευτελιστικοί όροι ζωής που επέβαλλαν στους υποτελείς χριστιανικούς πληθυσμούς, ήταν μερικά, μόνο, από τα στοιχεία εκείνα που διάνθιζαν την σκληρή καθημερινή πραγματικότητα.
Βάσει των πληροφοριών που αντλούμε από έγγραφα, τα οποία αναφέρονται και καλύπτουν την παραπάνω χρονική περίοδο, η μονή Γαλατάκη παρουσιάζει αξιοσημείωτη οικονομική δραστηριότητα, αλλά όχι τόσο έντονη οικοδομική. Τα γνωστά σε εμάς εκτελούμενα έργα είναι περιορισμένα και έχουν κυρίως προληπτικό χαρακτήρα. Έτσι, περί το 1662 αντικαθίστανται τα φθαρμένα κεραμίδια της στέγης του καθολικού με πέτρινες πλάκες, «επειδή υφίστατο η πιθανότης αυτή να καταστραφή ολότελα». Εννέα χρόνια αργότερα, στα 1671, πραγματοποιείται και νέα επέμβαση στη στέγη, εξαιτίας της «παραμόρφωσης, την οποίαν εδημιούργησε το υπερβολικόν βάρος των πρώτων πλακών».
Πολλές δεκαετίες αργότερα και πιο συγκεκριμένα στα 1758, πληροφορούμαστε από σιγίλιο του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κύριλου του Β΄ ότι μεγάλη πυρκαγιά κατέστρεψε τη νότια πτέρυγά της μονής και τους παρακείμενους ελαιώνες. Οι πατέρες οργάνωσαν αποστολή ζητείας στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλες περιοχές του κλίματος του οικουμενικού πατριαρχείου, με το άγιο λείψανο «της δεξιάς χειρός του αγίου ενδόξου και πανευφήμου Αποστόλου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου», για τη συγκέντρωση χρημάτων. Δυστυχώς, όμως, δε διασώθηκε κάποιο τεκμήριο γραπτό ή εγχάρακτο, το οποίο να πιστοποιεί την αποκατάσταση των ζημιών στη νότια πτέρυγα της μονής τότε. Πιθανολογώ ότι οι ζημιές από την πυρκαγιά του 1758 αποκαταστάθηκαν λίγα χρόνια πριν την έναρξη της ελληνικής επανάστασης, όταν στο τιμόνι της μονής βρέθηκε ένας δυναμικός ιερωμένος, με προηγούμενη θητεία στο Άγιο Όρος, ο «παπά Διονύσιος Χαλκάς». Είναι περίπου στα 1815 όταν ο ηγούμενος Διονύσιος δρομολογεί στο ιερό ίδρυμα εργασίες αναστηλώσεων και ανακαινίσεων του κτιριακού και ναϊκού συγκροτήματος. Και φαίνεται ότι αυτές είναι ιδιαίτερα εκτεταμένες και δαπανηρές, μιας και αναγκάζεται να συνάψει δάνειο με δύο Οθωμανούς από τη Χαλκίδα, το Δερβίς και τον Αυδή. Ως εγγύηση εξόφλησης μπαίνει ο όρος να τους παραδίδονται οι πρόσοδοι της Παναγίας Περιβλέπτου στα Πολιτικά, η οποία ήταν μετόχι του Γαλατάκη. Γύρω στα 1819, όταν οι πατέρες, θα δηλώσουν αδυναμία εξόφλησης της ετήσιας δόσης, οι δανειστές θα καταλάβουν το κτιριακό συγκρότημα, θα εκδιώξουν «τους τότε πατέρας και ηγούμενον αυτής» και θα «νέμονται ως άλλοι δεσπότες τους καρπούς της». Το Μάιο του 1821, λίγο πριν την έναρξη των επαναστατικών γεγονότων στη Λίμνη, οι δύο Οθωμανοί θα εγκαταλείψουν το Γαλατάκη, αφού πρώτα πυρπολήσουν τις κτιριακές εγκαταστάσεις και τα κτήματά του.






  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

προσέξτε τι γράφετε για να δημοσιευθεί.